Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017
greek english french
Αρχική arrow Επικαιρότητα arrow Πρώτο Θέμα arrow Ομιλία Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου σε Ημέρα της Γερμανικής Βιομηχανίας με θέμα: «Κοιτάζοντας το μέλλον: Η Ευρώπη της ανάπτυξης και της αλληλεγγύης» (Βερολίνο, 27.9.2011)

Ομιλία Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου σε Ημέρα της Γερμανικής Βιομηχανίας με θέμα: «Κοιτάζοντας το μέλλον: Η Ευρώπη της ανάπτυξης και της αλληλεγγύης» (Βερολίνο, 27.9.2011)

Τρίτη, 27 Σεπτέμβριος 2011

Ομιλία Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου σε Ημέρα της Γερμανικής Βιομηχανίας με θέμα: «Κοιτάζοντας το μέλλον: Η Ευρώπη της ανάπτυξης και της αλληλεγγύης» (Βερολίνο, 27.9.2011)

Κυρίες και κύριοι,

Κύριε Πρόεδρε,

Σας ευχαριστώ για τη θερμή υποδοχή που μου επιφυλάξατε και για την πρόσκληση. Ευχαριστώ για την τιμή να μιλήσω στο Συνέδριό σας.

Βιώνουμε μια πολύ δύσκολη και σύνθετη κρίση στον κόσμο, στην Ευρώπη και φυσικά και στην Ελλάδα. Πάρα πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα, με ρωτούν: αξίζει τον κόπο όλη αυτή η οδύνη; Θα τα καταφέρουμε; Θα φθάσουμε όλοι μαζί στην Ιθάκη; Ή πρόκειται για ένα σισύφειο εγχείρημα – για να αναφερθώ στην αρχαία μυθολογία. Υπάρχει ελπίδα; Θα πετύχουμε τελικά;

Η απάντησή μου είναι, ναι, μπορούμε. Η Ελλάδα έχει το δυναμικό, η Ευρώπη έχει το δυναμικό και, μέσα από τη συνεργασία, σε παγκόσμιο επίπεδο, έχουμε τη δυνατότητα να μετατρέψουμε αυτή την κρίση σε ευκαιρία για πραγματική και ουσιαστική αλλαγή.

Μετά την κατάρρευση του 2008, οι Κυβερνήσεις και οι πολυμερείς Οργανισμοί έσπευσαν να βοηθήσουν τις τράπεζες και τις οικονομίες μας. Αυτό όμως δεν έλυσε τα υποκείμενα προβλήματα του παγκόσμιου οικονομικού μας συστήματος, προβλήματα όπως η έλλειψη διαφάνειας στις χρηματοπιστωτικές αγορές και η αδύναμη διακυβέρνηση των αλληλεξαρτώμενων οικονομιών μας, ειδικότερα στην Ευρωζώνη.

Το παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι οι αγορές αναζητούν τώρα μια ισχυρότερη πολιτική ηγεσία, για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη.

Η Ελλάδα αγωνίζεται, τα τελευταία δύο χρόνια, όχι μόνο να μειώσει τα ελλείμματά της, αλλά και να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη της, την εμπιστοσύνη στις αγορές και την εμπιστοσύνη στον εαυτό της.

Η Κυβέρνησή μου δεν προσπάθησε να αποφύγει την αυτοκριτική. Υπήρξαμε απόλυτα ειλικρινείς σε ό,τι αφορά τα πολιτικά και οικονομικά σφάλματα, που μας οδήγησαν στην παρούσα κρίση.

Γνωρίζουμε ότι η κρίση αυτή, από την άλλη πλευρά, μας προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να προωθήσουμε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, που χρειάζεται απελπισμένα η Ελλάδα, για να είναι και πάλι ανταγωνιστική. Και αυτό κάνουμε.

Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο το σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας δεν έχει ως μοναδικό σκοπό να μας επιτρέψει να επιπλεύσουμε. Πρόκειται για μια επένδυση σε μια Ελλάδα διαφορετική, μια Ελλάδα που αντιμετωπίζει προβλήματα, τα οποία είχαν παραμεληθεί επί δεκαετίες.

Ψηφίσαμε πρωτοφανείς μεταρρυθμίσεις, σε διάστημα λίγων μηνών. Ας ξεκινήσω λοιπόν με τα πράγματα του παρελθόντος, που πρέπει να αλλάξουμε.

Πρώτα απ΄ όλα, η Ελλάδα έχει τεράστιες δυνατότητες. Δεν είμαστε μια φτωχή χώρα. Είμαστε μια χώρα με κακή διαχείριση. Η απόλυτη διαφάνεια και η υπόλογη διακυβέρνηση αποτελούν, λοιπόν, τις προτεραιότητές μας.

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Κάθε ευρώ που ξοδεύει η Κυβέρνηση δημοσιεύεται στο Διαδίκτυο, για να το δει κάθε πολίτης. Όταν καθιερώσαμε την ηλεκτρονική συνταγογράφηση για ένα Ασφαλιστικό Ταμείο πριν από λίγους μήνες, τα έξοδα μειώθηκαν πάνω από 35%. Με την πρώτη ηλεκτρονική προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού, το τελικό κόστος μειώθηκε στο ένα έκτο της εκτιμούμενης δαπάνης.

Χρειάζεται όμως να γίνουν ακόμη πολλά και αυτό είναι ένα πολύ σύνθετο και χρονοβόρο έργο. Για το λόγο αυτό, ζήτησα τεχνική βοήθεια και βέλτιστες πρακτικές από άλλες χώρες, με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Παραδείγματος χάρη, η γερμανική «SAP» θα παίξει πολύ σημαντικό ρόλο για την αναδιάρθρωση και αναδιοργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών μας.

Ο ελληνικός δημόσιος τομέας ήταν ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και τις επενδύσεις. Πολύ σύντομα, αυτό δεν θα ισχύει πλέον. Είτε πρόκειται για την ίδρυση μιας επιχείρησης, την απόκτηση άδειας κατασκευής ή τις συναλλαγές με την Εφορία, απλουστεύουμε τις διαδικασίες και περιορίζουμε τη γραφειοκρατία. Έχουμε ήδη περιορίσει την δευτεροβάθμια διοίκηση, από 49 σε 13 αυτοδιοικητικές Περιφέρειες.

Η κακοδιαχείριση των πόρων ήταν λοιπόν ένα πρόβλημα. Το άλλο ήταν η έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Γι΄ αυτό, ψηφίσαμε ένα νόμο, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου, για το άνοιγμα δεκάδων κλειστών επαγγελμάτων.

Εδώ, δεν βοήθησε ούτε το εύκολο χρήμα. Θα σας δώσω ένα άλλο παράδειγμα. Τα τελευταία 30 χρόνια, η Ελλάδα έλαβε σημαντικά κονδύλια για τη γεωργία. Ο τρόπος με τον οποίο η Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ε.Ε. επιδοτούσε τα ελληνικά προϊόντα, ωστόσο, έκανε την Ελλάδα λιγότερο και όχι περισσότερο ανταγωνιστική. Από εξαγωγέας γεωργικών προϊόντων, γίναμε σημαντικός εισαγωγέας. Για μια χώρα με προϊόντα παγκοσμίως γνωστά, όπως το ελαιόλαδό μας, η φέτα μας, τα φρούτα μας, η κρητική διατροφή μας, αυτό ήταν κάτι το αδιανόητο. Και όμως, ήταν αλήθεια.

Τώρα, έχουμε αρχίσει και πάλι να είμαστε εξαγωγέας. Επενδύουμε σε ποιοτικά προϊόντα, βιολογικά προϊόντα, στην πράσινη γεωργία. Σε συνεργασία με την επιχειρηματική μας κοινότητα, οι εξαγωγές μας φέτος έφτασαν σε ύψη ρεκόρ και αυτό δεν ισχύει μόνο για τα γεωργικά προϊόντα, αλλά και για τα δομικά υλικά και τα φάρμακα, την ιχθυοκαλλιέργεια, τα μέταλλα. Φέτος, οι εξαγωγές μας έχουν αυξηθεί κατά 40%.

Ο τουρισμός είναι ένας άλλος τομέας, στον οποίο αξιοποιήσαμε σημαντικά τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, για να αυξηθούν τα έσοδα. Είχαμε χάσει αγορές, αλλά τώρα στοχεύουμε σε νέες, βελτιώνοντας την ποιότητα, μειώνοντας τις τιμές και απελευθερώνοντας την κρουαζιέρα. Και πάλι φθάσαμε σε ύψη ρεκόρ, με πάνω από 16,5 εκατομμύρια τουρίστες φέτος στην Ελλάδα.

Έχουμε ξεκινήσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, για να προσελκύσουμε επενδύσεις στις υποδομές, την ενέργεια και τα ακίνητα, ξεκινώντας με την επέκταση της παραχώρησης του Αεροδρομίου Αθηνών και την πώληση του 30% των μετοχών του, την επέκταση δύο αδειών για τα τυχερά παιχνίδια και την πώληση των κρατικών λαχείων.

Υπήρξε εντυπωσιακό ενδιαφέρον για τα ελληνικά λιμάνια και αεροδρόμια. Από πού; Από αναδυόμενες αγορές, που θέλουν πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές. Βλέπουν την ελληνική παράδοση στον τομέα της ναυτιλίας και την εύκολη πρόσβαση στα λιμάνια της Ανατολής, ως ιδανικό κόμβο. Οι χώρες που έχουν ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον είναι η Κίνα, η Ινδία, η Κορέα, η Αυστραλία, η Βραζιλία, ακόμη και η Αργεντινή.

Συνεργαζόμαστε με το Κατάρ. Επενδύουν στον τραπεζικό μας τομέα και σε πολλούς άλλους τομείς.

Στη Γερμανία, έχετε δείξει το δρόμο για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Με τους φυσικούς πόρους που διαθέτει η Ελλάδα, έχει κάθε λόγο να σας ακολουθήσει.

Ένα από τα πιο φιλόδοξα νέα σχέδιά μας ονομάζεται «Ήλιος». Σκοπεύουμε να δημιουργήσουμε φωτοβολταϊκές μονάδες μέχρι και 10.000 MW και να εξάγουμε την ενέργεια αυτή σε χώρες όπως η Γερμανία. Και η επένδυση στον ελληνικό ήλιο αποδίδει 50% περισσότερο σε σχέση με τη Γερμανία, για προφανείς λόγους – την ηλιοφάνεια. Αυτό είναι ένα επικερδές σχέδιο και για τους δυο μας.

Τόσο η πράσινη ενέργεια, όσο και η διαχείριση των αποβλήτων, βρίσκονται σε εμβρυικό στάδιο στην Ελλάδα Υπάρχει λοιπόν εδώ μια δυναμική αναδυόμενη αγορά, ώριμη για επενδύσεις.

Αυτές είναι μόνο λίγες από τις πολλές θετικές προοπτικές που προσφέρει η Ελλάδα για το εγγύς μέλλον.

Όταν με ρωτούν, «πού πάνε τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογούμενων», απαντώ ότι, πρώτα απ’ όλα, δανειζόμαστε για να αποπληρώσουμε αλλά, δεύτερον, επενδύουμε στις δυνάμεις μας, όχι για να γίνουμε πιο εξαρτημένοι, αλλά για να γίνουμε πιο αυτόνομοι. Όχι για να ζούμε με δανεικές δυνάμεις, αλλά για να δημιουργήσουμε τις δικές μας, ελληνικές δυνάμεις.

Και υπάρχουν πολλές παραδοσιακές δυνάμεις που έχουμε, τις οποίες χάσαμε και τις οποίες πρέπει να εφεύρουμε και πάλι, εκσυγχρονίζοντάς τες στην παγκοσμιοποιημένη αυτή οικονομία.

Σήμερα, όμως, κάθε Έλληνας εξακολουθεί να κουβαλάει το βάρος των καταχρήσεων του παρελθόντος. Βρισκόμαστε σήμερα στη μέση μιας πολύ επώδυνης διαδικασίας δημοσιονομικής εξυγίανσης και ξέρουμε ότι πρέπει ακόμη να γίνουν πολλά.

Έχουμε όμως ήδη καταφέρει πολλά πράγματα. Το 2010, καταφέραμε τη μεγαλύτερη ετήσια δημοσιονομική εξυγίανση που έγινε ποτέ σε οικονομία της Ευρωζώνης: μείωση των ελλειμμάτων στο 5% του ΑΕΠ. Για το 2011, έχουμε θέσει τον φιλόδοξο στόχο ενός πρόσθετου 3% και έχουμε λάβει πολύ δύσκολα μέτρα για την επίτευξή του.

Από ένα τεράστιο πρωτογενές πλεόνασμα το 2009, είμαι βέβαιος ότι η Ελλάδα θα έχει πρωτογενές πλεόνασμα το 2012. Μειώσαμε το πρωτογενές έλλειμμά μας κατά 5,4% το 2010. Για να σας δώσω μια ιδέα της τάξης μεγέθους αυτής της προσπάθειας, το αντίστοιχο αποτέλεσμα για τη Γερμανία θα ήταν μια μείωση άνω των 100 δισεκατομμυρίων ευρώ σε ένα χρόνο.

Όπως υπογράμμισε ο Υπουργός Οικονομικών σας, ο κ. Σόιμπλε, οι Έλληνες μείωσαν το έλλειμμά τους σε βαθμό που θα αντιστοιχούσε στη Γερμανία σε εξοικονόμηση 125 δις, το οποίο αντιστοιχεί σε πάνω από το ένα τρίτο του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.

Βεβαίως, οι αλλαγές αυτές πονάνε. Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις του συνταξιοδοτικού μας συστήματος, η εκτεταμένη αναθεώρηση των μισθολογικών πολιτικών μας, οι σημαντικές αλλαγές στο φορολογικό μας σύστημα, έκαναν τα συστήματα αυτά πιο διαφανή, πιο ισότιμα και πιο δίκαια.

Χρειάστηκαν όμως περικοπές και οι περικοπές αυτές πλήττουν τους Έλληνες πολίτες, των οποίων οι αμοιβές μειώθηκαν και περικόπηκαν οι συντάξεις και τα επιδόματα.

Τα δραστικά μέτρα έχουν δραματικές επιπτώσεις για το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, σκληρά εργαζόμενων φορολογούμενων, από τους οποίους ζητήθηκε να κάνουν τεράστιες θυσίες για να στηρίξουν τη χώρα. Και το κάνουν.

Τώρα βέβαια, πολλοί Έλληνες νιώθουν ότι δεν τους απομένουν πολλά να δώσουν, πέρα από ένα πνεύμα αλλαγής, το οποίο πρέπει να αναζωπυρώσουμε, να καλλιεργήσουμε και να ενθαρρύνουμε.

Γι’ αυτό, οι διαρκείς κριτικές που ακούγονται κατά της Ελλάδας είναι βαθιά αποκαρδιωτικές, όχι μόνο σε πολιτικό επίπεδο, όπου γίνεται μια υπεράνθρωπη προσπάθεια για την επίτευξη αυστηρότατων στόχων σε περίοδο επιδεινούμενης κρίσης, αλλά αποκαρδιωτικές και για τους Έλληνες, οι οποίοι υφίστανται αυτές τις οδυνηρές θυσίες και δύσκολες αλλαγές.

Δεν ζητούμε επιβράβευση. Δεν ζητούμε καν από τον κόσμο, να πει ότι αυτό θα είναι ένα εύκολο εγχείρημα. Θα χρειαστούμε πολλά χρόνια για να επιφέρουμε αυτές τις σημαντικές αλλαγές.

Ζητούμε απλώς σεβασμό για τα δεδομένα. Και εσείς, ως επιχειρηματίες, γνωρίζετε ότι η έμπνευση, η καινοτομία και τα κίνητρα είναι σημαντικά στοιχεία της επιτυχίας. Αν οι άνθρωποι νιώθουν μόνο τιμωρία και περιφρόνηση, η κρίση αυτή δεν θα είναι μια ευκαιρία, θα είναι μια χαμένη υπόθεση.

Και είμαστε αποφασισμένοι, ο Ελληνικός λαός είναι αποφασισμένος, η προσπάθεια αυτή να στεφθεί με επιτυχία.

Όταν όμως με ρωτούν πολλοί, «έχετε υποστήριξη;», η πρώτη μου απάντηση είναι, «δεν είναι αυτό το πρόβλημά μου». Είπα ότι βρίσκομαι εδώ για να εργαστώ για τη χώρα μου, να σώσω τη χώρα, να αλλάξω τη χώρα. Το αν θα επανεκλεγώ ή όχι δεν είναι το πρόβλημά μου. Το πρόβλημά μου είναι να σώσω τη χώρα.

Όμως, γνωρίζω επίσης ότι κάθε Έλληνας θέλει μια διαφορετική Ελλάδα, θέλει όντως η Ελλάδα να αλλάξει. Η μόνη ερώτηση που θέτουν είναι, «υπάρχει πραγματικά ελπίδα;». Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας στάθηκαν στο πλευρό μας. Και η Ελλάδα είναι ευγνώμων για την αλληλεγγύη αυτή, επειδή μας δίνει το χρόνο να προβούμε στις αλλαγές.

Αντιλαμβάνομαι τις πολιτικές δυσκολίες στην ευρωπαϊκή μας οικογένεια, όταν μια χώρα διερωτάται, γιατί να πρέπει να στηρίξει μια άλλη για τα λάθη που έκανε στο παρελθόν, ή γιατί ορισμένες χώρες πρέπει να υποφέρουν τόσο πολύ για μια κρίση, που ξεκίνησε από το τραπεζικό σύστημα.

Αλλά, όπως είπα, αυτή δεν είναι μια επένδυση σε αποτυχίες του παρελθόντος. Αυτή είναι μια επένδυση σε μελλοντικές επιτυχίες, στις κοινές μας επιτυχίες.

Τώρα, όμως, η Ευρώπη πρέπει να κάνει ένα βήμα παραπέρα. Πρέπει να αποδείξουμε στις αγορές ότι ελέγχουμε καλά την κρίση χρέους και ότι είμαστε αποφασισμένοι να τη λύσουμε μαζί, επειδή από αυτό εξαρτάται το κοινό μας μέλλον.

Όποτε αναλογίζομαι το μέλλον της Ευρώπης, θυμάμαι και το παρελθόν της. Μετά τις αιματηρές και πικρές συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ευρώπη αποφάσισε να κάνει «business», όχι πόλεμο.

Αυτός δεν ήταν μόνο ένας οικονομικός στόχος. Ήταν πάνω απ’ όλα ένας βαθιά πολιτικός στόχος για την οικοδόμηση μιας Ευρώπης, απαλλαγμένης από τον καταστροφικό εθνικισμό, τη μισαλλοδοξία και τη φτώχεια.

Μέσα στη δίνη της παρούσας κρίσης, εύκολα χάνει κανείς την ευρύτερη εικόνα. Ας προσπαθήσουμε, ωστόσο, να δώσουμε μια ιστορική προοπτική στην Ένωσή μας, μια Ένωση εθνών, με ιστορία βίαιων συγκρούσεων, μια Ένωση εθνών, των οποίων τα σύνορα συχνά αμφισβητούνταν, μια Ένωση εθνών, με πολλά διαφορετικά πολιτικά συστήματα και ανταγωνιστικές διαφορές.

Μόλις πριν από λίγα χρόνια, η Ελλάδα βγήκε από μια δικτατορία, αποκομμένη από τους γείτονές της λόγω του Ψυχρού Πολέμου, υποχρεωμένη να συμμετέχει σε έναν δαπανηρό εξοπλιστικό αγώνα με τον νατοϊκό της σύμμαχο, την Τουρκία, και με ελάχιστες επαφές με τις παραδοσιακές αγορές και τις φίλες χώρες της Μέσης Ανατολής.

Σήμερα, η Ελλάδα έχει επενδύσει στα Βαλκάνια, απολαμβάνει μια αύξηση των εξαγωγών της στην Τουρκία, συμμετέχει ενεργά στη στήριξη της Αραβικής Άνοιξης και έχει γίνει και πάλι κομβικό σημείο για τις μεταφορές μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Αυτό είναι το έργο της Ευρώπης. Αντί του πολέμου και του ιμπεριαλισμού, η Ευρώπη εξάγει σήμερα ειρήνη, κοινωνικές και δημοκρατικές αρχές. Στηρίζουμε κοινές αρχές, μοιραζόμαστε κοινά συμφέροντα, επιλύουμε τις διαφορές μας, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Πολλοί από εμάς μοιραζόμαστε ένα κοινό νόμισμα.

Σήμερα, τα έθνη μας δεν απολαμβάνουν μόνο την μακρύτερη περίοδο ειρήνης και σταθερότητας που υπήρξε ποτέ, αλλά συνεργάζονται σε καθημερινή βάση.

Αν η Ευρώπη αποτελεί σήμερα ειρηνικό εγχείρημα, είναι παράλληλα και πρότυπο, ένα πρότυπο για το πώς θα αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Όταν ακούω λοιπόν τους σκεπτικιστές να μιλάνε για την επικείμενη κατάρρευση του ευρώ ή για την αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θυμίζω στον εαυτό μου γιατί δημιουργήθηκε η Ευρώπη, χάρη στο όραμα του Καγκελαρίου Αντενάουερ και του Ρομπέρ Σουμάν για το κοινό μας μέλλον, και γιατί πρέπει να προχωρήσουμε με ανανεωμένη αίσθηση του κοινού μας σκοπού, για να ενισχύσουμε την Ένωσή μας και να μην την εγκαταλείψουμε.

Στο σημερινό κόσμο της κλιματικής αλλαγής, των δημοκρατικών ανοίξεων, της μαζικής μετανάστευσης, της χρηματοπιστωτικής κρίσης, της ανάγκης για πράσινη ανάπτυξη, αν δεν είχαμε την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα έπρεπε να την εφεύρουμε. Ειδάλλως, κανένας από εμάς δεν θα είχε τη δύναμη να αντιμετωπίσει μόνος του αυτές τις προκλήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν ανέκαθεν κάτι περισσότερο από μια κοινή αγορά, αν και δεν είχαμε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Αν λοιπόν η κρίση του δημόσιου χρέους έχει καταβάλει την ενότητα της Ευρώπης, μπορούμε και εδώ να μετατρέψουμε την κρίση σε ευκαιρία.

Για παράδειγμα, η Ελλάδα, μια μικρή χώρα, με ΑΕΠ όχι πολύ υψηλότερο από εκείνο του γερμανικού κρατιδίου του Έσσεν, δεν μπορεί να είναι υπεύθυνη για το γεγονός ότι κλυδωνίζονται τα θεμέλια της Ένωσης.

Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε θεσμικά όργανα, που θα επόπτευαν το κοινό μας νόμισμα, δεν θα είχαμε δει ποτέ το έλλειμμα να ξεπερνάει κατά 30 δις τους δημοσιονομικούς μας στόχους, ή έλλειμμα 15,4%.

Σήμερα, αν έχουμε ξεφύγει στην Ελλάδα κατά ένα δις, υφιστάμεθα έλεγχο. Αλλά υπάρχουν και άλλα προβλήματα, που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Περισσότερη ελληνική, ιρλανδική ή πορτογαλική δημοσιονομική πειθαρχία δεν θα σταματήσει τη συνεχιζόμενη κρίση, γιατί αυτή η κρίση δημοσίου χρέους υπογράμμισε τις διαφορές της ανταγωνιστικότητας ανάμεσα στις οικονομίες της Ευρωζώνης. Οι διαφορές μας στις οικονομικές επιδόσεις ήταν κρυμμένες στο παρελθόν και, επομένως, τότε μπορούσαμε να δανειστούμε και δεν προσπαθούσαμε να γίνουμε ανταγωνιστικοί.

Σήμερα, όμως, αυτές οι διαφορές αποτελούν πρόβλημα και διαφοροποιούν το κόστος δανεισμού ανάμεσα στις χώρες, κάνοντάς το δυσβάσταχτο για κάποιες από αυτές.

Επομένως, πρέπει να μετατρέψουμε αυτή την κρίση σε ευκαιρία. Πρέπει να βάλουμε τέλος στην κακοφωνία και να συνεργαστούμε αρμονικά. Εμείς, οι Ευρωπαίοι εταίροι, πρέπει να σταματήσουμε να κατηγορούμε ο ένας τον άλλο για συλλογικά ή θεσμικά σφάλματα και να συνειδητοποιήσουμε ότι κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν μπορεί να αναπτυχθεί στην απομόνωση.

Ακόμα και η Γερμανία εξαρτάται από την Ευρώπη, τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της, για την ανάπτυξη και τις θέσεις εργασίας. Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω στους εκπροσώπους της βιομηχανίας, που είστε εδώ, παρόντες, ότι πάνω από το 70% των γερμανικών εξαγωγών πηγαίνουν στην Ευρώπη.

Οφείλουμε να αναπτύξουμε πανευρωπαϊκές στρατηγικές για μια νέα ανάπτυξη, πολιτικές πράσινης ανάπτυξης, που θα εξασφαλίσουν τα ανταγωνιστικά μας πλεονεκτήματα και θα δημιουργήσουν θέσεις απασχόλησης, θα καλύψουν τις έντονες ανισότητες στο εσωτερικό των χωρών μας, αλλά και ανάμεσα στις χώρες μας, θα υποστηρίξουν τις ευρωπαϊκές ιδέες, όπως ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και ο φόρος επί του διοξειδίου του άνθρακα, και θα ενοποιήσουν περαιτέρω τους πόρους μας.

Θα πρέπει, χωρίς να χρονοτριβούμε, να προχωρήσουμε στις απαραίτητες θεσμικές αλλαγές, για να είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε την αυξανόμενη πίεση των χρηματαγορών, αλλά και τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από τον υπόλοιπο κόσμο, είτε από τα BRICS, είτε από αλλού.

Μια λύση είναι σίγουρα δυνατή, αν και εφόσον υπάρχει πολιτική βούληση. Δεν πρέπει να κατηγορούμε ό ένας τον άλλο για τις αδυναμίες μας, αλλά θα πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας.

Ναι, ο καθένας από εμάς, όσο διαφορετικοί και αν είμαστε, έχουμε πολλά ισχυρά σημεία. Μπορούμε να τα αναπτύξουμε, αν είμαστε συνεργάτες και όχι αντίπαλοι.

Η Ευρωζώνη πρέπει να κάνει θαρραλέα βήματα προς τη δημοσιονομική ολοκλήρωση, για να σταθεροποιηθεί η νομισματική ένωση. Ας μην αφήσουμε να νικήσουν αυτοί που στοιχηματίζουν στην αποτυχία του ευρώ.

Η θωράκιση των θεσμών μας, έτσι ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τους χρηματοοικονομικούς κραδασμούς, είναι ζωτική επένδυση για την μακροπρόθεσμη ασφάλεια της Ευρώπης.

Παράλληλα με ένα αυστηρότερο δημοσιονομικό έλεγχο, πρέπει να διευρύνουμε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας και να υιοθετήσουμε μόνιμους μηχανισμούς για οικονομική σταθερότητα και αλληλεγγύη. Εσείς, κύριε Κέττελ, ζητήσατε ένα ευρωπαϊκό ΔΝΤ.

Στις 21 Ιουλίου, οι ηγέτες της Ευρωζώνης συμφώνησαν κάποια σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Η συμφωνία αυτή είναι σημαντική για το ευρωπαϊκό μας μέλλον. Στην Ελλάδα, προσφέρει ένα περιθώριο για να μπορέσουν να αποδώσουν οι μεταρρυθμίσεις μας. Θα δημιουργήσει ένα περισσότερο βιώσιμο κύκλο χρέους, κλειδώνοντας τα επιτόκια σε χαμηλό επίπεδο. Θα διευκολύνει την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης ύφεσης.

Η επιτυχία της συμφωνίας εξαρτάται από τρείς παράγοντες. Καταρχήν, συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, μια τεράστια, εθελούσια και πρωτοφανής συμφωνία εκατοντάδων τραπεζών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων από όλο τον κόσμο.

Δεύτερον, επικύρωση και από τα 17 Κοινοβούλια των μελών της Ευρωζώνης. Οι αποφάσεις μας πρέπει να έχουν δημοκρατική νομιμότητα. Για να πείσουμε τους ψηφοφόρους μας για τα πλεονεκτήματα της συμφωνίας, πρέπει να τους εξηγήσουμε με σαφήνεια τα υπέρ και τα κατά.

Τρίτον, η Ελλάδα οφείλει να σεβαστεί όλες τις δεσμεύσεις της, σύμφωνα με τους όρους και τους στόχους της αρχικής μας συμφωνίας με την Τρόικα.

Βέβαια, δεν μπορώ να εγγυηθώ για τα δύο πρώτα στοιχεία της συμφωνίας, αλλά μπορώ να εγγυηθώ ότι η Ελλάδα θα σεβαστεί όλες τις δεσμεύσεις της.

Σας υπόσχομαι ότι εμείς οι Έλληνες θα βρούμε σύντομα το δρόμο μας προς την ανάπτυξη και την ευημερία, μετά από αυτή την περίοδο των ταλαιπωριών

Φυσικά, είναι ουτοπικό να θεωρεί κανείς ότι μια κοινωνία θα προχωρήσει σε τόσο ουσιαστικές αλλαγές, χωρίς μια λογική μεταβατική περίοδο προσαρμογής. Όπως δήλωσε πρόσφατα η Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, δεν μπορείς να αλλάξεις μια χώρα εν μια νυκτί. Είμαι σίγουρος ότι μιλούσε, με βάση τις εμπειρίες της από τις δυσκολίες της επανένωσης της Ανατολικής και της Δυτικής Γερμανίας.

Γνωρίζετε καλύτερα από εμένα πόσο δύσκολο ήταν το επίτευγμα αυτό. Ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να ξεπεραστεί ο σκεπτικισμός, οι φόβοι, οι προκαταλήψεις, που συνεπάγεται αυτή η θαρραλέα κίνηση. Και σίγουρα, υπήρχε και ένα κόστος

Ναι, ξεπεράστηκαν πολλές κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις. Ναι, χρειάστηκε χρόνος για να γίνει η προσαρμογή στις ριζικές αλλαγές που έφερε η επανένωση.

Αλλά τελικά, η επανένωση δεν εξυπηρέτησε τα συμφέροντα μόνο των Δυτικογερμανών ή των Ανατολικογερμανών. Ήταν προς το συμφέρον όλων των Ευρωπαίων, γιατί αποτέλεσε για την Ευρώπη ένα γιγάντιο άλμα προς την ειρήνη και την ασφάλεια. Ήταν ένα γιγάντιο άλμα προς την οικοδόμηση μιας Ευρώπης, ικανής να αντιμετωπίσει τα νέα παγκόσμια σύνορα της ανθρωπότητας, όπως η κοινή εκμετάλλευση της κυριαρχίας μας, που μας κάνει πιο δυνατούς και όχι πιο αδύναμους.

Αυτές οι προκλήσεις είναι τεράστιες, δεν επιτρέπεται να κρυβόμαστε πίσω από εθνικισμούς. Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, χρειαζόμαστε μια πολιτική ομιλία, ένα πολιτικό πνεύμα, που θα λέει: είμαι υπερήφανος που είμαι Γερμανός, όπως είμαι υπερήφανος που είμαι Έλληνας, Γάλλος, Ισπανός, Ολλανδός, Πολωνός, όπως είμαι περήφανος που είμαι Ευρωπαίος.

Αυτή η κρίση πρέπει να μας ενώσει, να φτιάξουμε μια ισχυρότερη Ευρώπη, μια Ευρώπη που θα απαντά στις κοινές προσδοκίες των πολιτών της.

Είμαι πεπεισμένος ότι, σε λίγα χρόνια, θα έχουμε ολοκληρώσει και εμείς τη σημαντική μεταμόρφωση που πέτυχε η Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Αυτό που κάνουμε ισοδυναμεί με την αναγέννηση του έθνους μας. Και η συμμετοχή σας, ως δυναμικά μέλη της γερμανικής βιομηχανίας, είναι ζωτικής σημασίας.

Σας προσκαλώ στην Ελλάδα, μια Ελλάδα που αλλάζει, μια Ελλάδα που αξίζει τις επενδύσεις σας, επενδύσεις για το μέλλον όλων μας.

Αγαπητοί φίλοι, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου σήμανε το τέλος της διαιρεμένης Ευρώπης. Δεν είναι η ώρα τώρα να ξαναχτίσουμε τείχη στην Ευρώπη. Η Ευρώπη πρέπει να συνεχίσει την πορεία της προς μια μόνιμη ολοκλήρωση, που θα στηρίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτό περιμένουν και απαιτούν οι πολίτες μας και αυτό επιτάσσει η ιστορία σε όλους μας.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.