Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017
greek english french
Αρχική arrow Εξωτερική Πολιτική arrow Παγκόσμια Ζητήματα arrow Ναρκωτικά-Οργανωμένο Έγκλημα

Ναρκωτικά-Οργανωμένο Έγκλημα

Η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και το διεθνές οργανωμένο έγκλημα αποτελούν μείζονα παγκόσμια προβλήματα, τα οποία επιδεινώνονται από τον πλημμελή έλεγχο των συνόρων, τις νέες τεχνολογίες και την αυξημένη κινητικότητα ανθρώπων, κεφαλαίων και επιχειρήσεων. Τα τελευταία 15 χρόνια το οργανωμένο έγκλημα έχει αυξηθεί δραματικά και προσαρμόζεται γρήγορα στις νέες συνθήκες, ώστε να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τα νέα μέτρα εναντίον του.

Ι. ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ
(i) Νομικό πλαίσιο

Ενιαία Σύμβαση για τις Ναρκωτικές Ουσίες
(Single Convention on Narcotic Drugs), 1961
Η χώρα μας επικύρωσε την εν λόγω Σύμβαση το 1972 και το Τροποποιητικό της Πρωτόκολλο το 1985.

Σύμβαση για τις Ψυχοτρόπες Ουσίες (Convention on Psychotropic Substances), 1971
Η χώρα μας την επικύρωσε το 1976.

Διεθνής Σύμβαση κατά της Παράνομης Διακίνησης Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών (United Nations Convention Against Illicit Traffic in Narcotic Drugs and Psychotropic Substances), 1988
Η χώρα μας την επικύρωσε το 1992.

(ii) Όργανα και Επιτροπές συστήματος ΗΕ

To Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (United Nations Office on Drugs and Crime, UNODC), το κυριότερο όργανο κατά των παρανόμων ναρκωτικών ουσιών και του διεθνούς εγκλήματος ιδρύθηκε το 1997, με εντολή να παρέχει αρωγή στα Κ-Μ του ΟΗΕ σε ζητήματα καταπολέμησης των ναρκωτικών, του εγκλήματος και της τρομοκρατίας.

Έχουν συσταθεί δύο Επιτροπές στο πλαίσιο του UNODC:

1. Η Επιτροπή Ναρκωτικών (Commission on Narcotic Drugs, CND) είναι Επιτροπή του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου του ΟΗΕ (ECOSOC) και αποτελεί το κεντρικό όργανο διαμόρφωσης πολιτικής και συντονισμού των εργασιών του ΟΗΕ κατά των ναρκωτικών. Η Πολιτική Διακήρυξη του 1998 υπήρξε η βάση για ουσιαστική πρόοδο στην αντιμετώπιση του προβλήματος των ναρκωτικών. Αναθεώρηση της Πολιτικής Διακήρυξης βρίσκεται υπό επεξεργασία ενόψει της Ειδικής Συνόδου της Γ.Σ των Ηνωμένων Εθνών το 2016 (UNGASS United Nations General Assembly Special Session).

2. Η Επιτροπή για την Πρόληψη του Εγκλήματος και την Ποινική Δικαιοσύνη (Committee of Crime Prevention and Criminal Justice, CCPCJ). H Επιτροπή αυτή ασχολείται με διάφορα θέματα ευρύτατου φάσματος, όπως παράνομη διακίνηση προσώπων, αντιμετώπιση σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος. Επίσης, συγκεντρώνει στοιχεία βάσει ερωτηματολογίων, που αποστέλλει στα Κ-Μ για την παρακολούθηση των προβλημάτων και την βελτίωση των συνθηκών στο πλαίσιο πρόληψης του εγκλήματος μέσω και προώθησης σχετικών Ψηφισμάτων.

Σε εθνικό επίπεδο, αρμόδια για την εκπόνηση εθνικής πολιτικής για την καταπολέμηση των ναρκωτικών είναι η Εθνική Επιτροπή Σχεδιασμού και Συντονισμού για την Αντιμετώπιση των Ναρκωτικών (Άρθρο 50 του ν. 4139/2013, Φ.Ε.Κ. Α΄ 74), της οποίας προεδρεύει ο Εθνικός Συντονιστής για την Αντιμετώπιση των Ναρκωτικών, ο οποίος και εκπροσωπεί τη χώρα σε διεθνή όργανα με συναφές με τα ναρκωτικά αντικείμενο.

Τον Απρίλιο του 2016 πραγματοποιήθηκε στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη η Ειδική Σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά (UNGASS 2016), σκοπός της οποίας είναι η συζήτηση και αξιολόγηση της σημερινής κατάστασης ως προς την αντιμετώπιση της χρήσης ναρκωτικών σε παγκόσμιο πλαίσιο. Η προηγούμενη Ειδική Σύνοδος για Ναρκωτικά είχε λάβει χώρα το 1998.

Κατά την ανωτέρω Γενική Συνέλευση υιοθετήθηκε η Απόφαση S-30/1 με τίτλο «Η κοινή μας δέσμευση για αποτελεσματική αντιμετώπιση του παγκοσμίου προβλήματος των ναρκωτικών» (Our joint commitment to effectively addressing and countering the world drug problem), η οποία, παρά τις υπάρχουσες διχογνωμίες μεταξύ των κρατών-μελών,  αντικατοπτρίζει την συναίνεσή τους ως προς την ανάγκη επίλυσης του προβλήματος μέσω μιας επιστημονικής και επί τη βάσει εμπειρικών δεδομένων προσέγγισης, συμβατής με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Από ελληνικής πλευράς προβλήθηκε η ανθρωποκεντρική προσέγγιση, με άξονες την πρόληψη, τη θεραπεία, την αποκατάσταση, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημόσια υγεία.

ΙΙ. ΔΙΕΘΝΙΚΟ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΕΓΚΛΗΜΑ

Μετά το πέρας του Ψυχρού πόλεμου παρατηρείται αύξηση του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο επηρεάζει αρνητικά την ειρήνη, την ανάπτυξη, τη δημοκρατία, τη χρηστή διακυβέρνηση και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι διασυνδέσεις του οργανωμένου εγκλήματος με τη διαφθορά και την τρομοκρατία αποτελούν σημαντική απειλή για την παγκόσμια ασφάλεια, ενώ οι οργανωμένες εγκληματικές ομάδες έχουν προσαρμοστεί στα νέα διεθνή δεδομένα της παγκοσμιοποίησης, της νέας τεχνολογίας , του διαδικτύου και των διεθνών τραπεζικών πρακτικών και συχνά “κρύβονται” κάτω από νόμιμες δραστηριότητες. Μια από τις κυριότερες δράσεις του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος παραμένει η διακίνηση ναρκωτικών αλλά και η παράνομη διακίνηση άλλων υλικών (έργων τέχνης, πυρηνικών αποβλήτων, κλπ).Επίσης, οι παρατεινόμενες ένοπλες συγκρούσεις διευκολύνουν την ανάπτυξη και δράση του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος. Σημειώνεται ότι, το διεθνικό οργανωμένο έγκλημα συχνά δρα μέσω “κανονικών” οδών και χρησιμοποιεί νόμιμες επιχειρήσεις στις οποίες επενδύει τα κέρδη του. Τέλος πρέπει να ληφθεί υπόψη η σχέση οργανωμένου εγκλήματος και τρομοκρατίας, όπως έχει τονίσει και το ΣΑ σε ψηφίσματά του.

Βασικό νομοθετικό πλαίσιο για την καταπολέμηση του διεθνικού εγκλήματος αποτελεί η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος (United Nations Convention against Transnational Organized Crime), Παλέρμο, 2000 και τα τρία συμπληρωματικά της Πρωτόκολλα α) για την πρόληψη, καταστολή και τιμωρία της εμπορίας προσώπων και ιδιαίτερα γυναικών και ανηλίκων, β) την πρόληψη και τιμωρία της διευκόλυνσης της παράνομης μετανάστευσης και γ) της παράνομης κατασκευής και εμπορίας μικρών όπλων.

Η Σύμβαση εξετάζει το οργανωμένο έγκλημα κάθε μορφής υπό τη σκοπιά του διεθνικού του χαρακτήρα (transnational nature), δηλαδή όταν η προετοιμασία και διάπραξη του εγκλήματος αφορά περισσότερες της μίας χώρες, καθώς και όταν οι οργανωμένες ομάδες εγκληματιών δρουν κατά κανόνα σε πολλές χώρες. Η Σύμβαση ρυθμίζει τις λεπτομέρειες της διεθνούς συνεργασίας στους τομείς ανακρίσεων, δίωξης και έκδοσης σε περιπτώσεις ξεπλύματος χρημάτων, διαφθοράς, παρεμπόδισης της δικαιοσύνης.

Η Ελλάδα έχει υπογράψει και εφαρμόζει την ανωτέρω Σύμβαση κατά του Οργανωμένου Εγκλήματος μαζί με τα τρία συμπληρωματικά Πρωτόκολλα.


ΙΙΙ. ΔΙΑΦΘΟΡΑ

Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς (United Nations Convention against Corruption) υπογράφηκε στην Merida του Μεξικού το 2003.
Η χώρα μας έχει υπογράψει και κυρώσει τη Σύμβαση.

Τα κύρια στοιχεία της Σύμβασης είναι τα ακόλουθα:

Α. Προληπτικά μέτρα

Η πρόληψη καταλαμβάνει μια σημαντική θέση στη Σύμβαση, με την πρόνοια για ειδικά μέτρα, πολιτικές και πρακτικές κατά της διαφθοράς, τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, με ειδικούς μηχανισμούς ελέγχου και κώδικες συμπεριφοράς των δημοσίων υπαλλήλων, ειδικές πρόνοιες για διωκτικές και εισαγγελικές αρχές και τη συμμετοχή της Κοινωνίας των Πολιτών.

Β. Ποινικοποίηση διαφθοράς και επιβολή του νόμου


Η ποινικοποίηση πράξεων διαφθοράς, επίσης, καταλαμβάνει σημαντικό τμήμα της Σύμβασης. Τα Κράτη μέρη υποχρεούνται να ποινικοποιήσουν, εκτός από κλασσικές, και νέες μορφές διαφθοράς, όπως η εξαγορά επιρροής και το ξέπλυμα περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από τη διαφθορά. Υποχρεώνονται, επίσης, να πατάξουν πράξεις συγγενούς εγκληματικότητας για την παρεμπόδιση της δικαιοσύνης. Η Σύμβαση αναφέρεται επίσης και στην διαφθορά που αφορά στον ιδιωτικό τομέα.

Γ. Διεθνής συνεργασία


Τα συμβαλλόμενα μέρη, σύμφωνα με τη Σύμβαση, θα συνεργάζονται σε ζητήματα διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της πρόληψης, της ανάκρισης και της δίωξης των δραστών. Ειδικότερα, θα προβαίνουν σε έκδοση των δραστών σε ένα σαφώς ορισμένο πλαίσιο και θα παρέχουν αμοιβαία δικαστική συνδρομή.

Δ. Επιστροφή περιουσιακών στοιχείων αποκτηθέντων από διαφθορά


Η επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν με πράξεις διαφθοράς καταλαμβάνει επίσης μεγάλο μέρος της Σύμβασης και συνιστά βασική αρχή της. Η πρόβλεψη αυτή είναι σημαντική ιδίως για τις αναπτυσσόμενες χώρες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη τους πόρους που χάνονται. Εξίσου σημαντικό είναι το συναφές κεφαλαίο V στα ζητήματα εντοπισμού, διεθνούς συνεργασίας και προσδιορισμού των δικαιούχων και απόδοσης των κατασχεθέντων στοιχείων.

Το 2011 ιδρύθηκε η Διεθνής Ακαδημία κατά της Διαφθοράς (International Anti-Corruption Academy), με έδρα τη Βιέννη. Η Ελλάδα έχει υπογράψει και κυρώσει τη σχετική Σύμβαση.

Τελευταία ενημέρωση Τρίτη, 26 Ιούλιος 2016