Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017
greek english french

Κυπριακό

To Κυπριακό ζήτημα σήμερα

Το Κυπριακό ζήτημα έχει βαθιές ιστορικές ρίζες και διάφορες επί μέρους, εσωτερικές και εξωτερικές, πτυχές. Ωστόσο,  από την παράνομη τουρκική εισβολή (Ιούλιος-Αύγουστος 1974) και την κατοχή έκτοτε του 37% περίπου του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, πρόκειται, πρωτίστως, για διεθνές ζήτημα εισβολής και κατοχής σε ευθεία παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και πληθώρας Αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών.

42 χρόνια τώρα, η Τουρκία  αρνείται να αποσύρει τις παράνομες στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής της από την Κύπρο, οι οποίες έχουν καταστήσει την Κύπρο την πλέον στρατιωτικοποιημένη περιοχή παγκοσμίως. Το Κυπριακό συνιστά, επίσης, χαρακτηριστική περίπτωση συνεχούς, κατάφωρης και μαζικής παραβίασης βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών από την Τουρκία. Συγκεκριμένα, η Τουρκία παραβιάζει τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων προσφύγων, των αγνοουμένων και των συγγενών τους, καθώς και των εγκλωβισμένων στο κατεχόμενο τμήμα της νήσου, ενώ συνεχίζει με συστηματικό τρόπο τον παράνομο εποικισμό και την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου.

Η διεθνής κοινότητα έχει κατ’ επανάληψη εκφρασθεί επί του Κυπριακού, καταδικάζοντας την εισβολή και απαιτώντας την απόσυρση των δυνάμεων κατοχής, μέσω μακράς σειράς Αποφάσεων και Ψηφισμάτων σε διεθνή fora, όπως η Γενική Συνέλευση και το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης, η Ομάδα των Αδεσμεύτων και η Ομάδα των κρατών της Κοινοπολιτείας.

Το Νοέμβριο 1983, η τουρκική πλευρά προχώρησε σε μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας του ψευδοκράτους στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Με τις Αποφάσεις 541/1983 και 550/1984, το Συμβούλιο Ασφαλείας καταδίκασε  την παράνομη αυτή μονομερή ενέργεια, ζητώντας την απόσυρσή της και καλώντας όλα τα κράτη να μην την αναγνωρίσουν ή την βοηθήσουν καθ΄οιονδήποτε τρόπο.

Οι αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών καλούν τις δύο κοινότητες να εξεύρουν συμπεφωνημένη λύση στο εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου με διαπραγματεύσεις, στο πλαίσιο του σεβασμού της κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, της ταχείας απόσυρσης των ξένων στρατευμάτων, του τερματισμού κάθε ξένης επέμβασης στις υποθέσεις της και της λήψης μέτρων επειγόντως για την επιστροφή όλων των προσφύγων στις εστίες τους.

Οι αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών, προσδιορίζουν και την βάση μιας συμπεφωνημένης λύσης, η οποία, επί πλέον, δεδομένης της ιδιότητας της Κύπρου ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης,  θα πρέπει να είναι απολύτως συμβατή με το θεσμικό και νομικό πλαίσιο της ΕΕ και να διασφαλίζει τη συνέχεια της αποτελεσματικής συμμετοχής της Κύπρου στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η διαρκής συνεργασία και ο συντονισμός Ελλάδας και Κύπρου, αποτελούν αποφασιστικό παράγοντα εξεύρεσης συνολικής, αμοιβαία αποδεκτής, δίκαιης και βιώσιμης λύσης του κυπριακού προβλήματος.

Από την Τουρκία, αναμένουμε να δούμε συγκεκριμένες ενέργειες που να αποδεικνύουν εμπράκτως τη βούλησή της να τερματίσει την παράνομη κατοχή και να διευκολύνει την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής και συνολικής λύσης του Κυπριακού. Αντ’ αυτού, μέχρι σήμερα, παρά τις δηλώσεις της τουρκικής κυβέρνησης ότι υποστηρίζει την εν εξελίξει διαπραγματευτική διαδικασία επίλυσης του προβλήματος στο πλαίσιο του ΟΗΕ, η Άγκυρα εμμένει στην εδραίωση, τη διεθνή  αναβάθμιση και, παράλληλα,   στον πλήρη εσωτερικό εκτουρκισμό της παράνομης αποσχιστικής οντότητας στα κατεχόμενα.  Επί πλέον, παρά τις υποχρεώσεις της έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Συμφωνίας της Άγκυρας, Δήλωση ΕΕ 21ης Σεπτεμβρίου 2005), η Τουρκία, εμμένει στην άρνησή της να εξομαλύνει τις σχέσεις της και να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία.

2. Παρούσα φάση διαπραγματεύσεων

Οι  δικοινοτικές συνομιλίες ξεκίνησαν εκ νέου με την Κοινή Διακήρυξη της 11ης Φεβρουαρίου 2014. Μεταξύ άλλων, η Κοινή Διακήρυξη προβλέπει  διαπραγμάτευση  εφ’ όλων των διαφόρων πτυχών του κυπριακού προβλήματος, περιλαμβανομένων των ενοτήτων διακυβέρνησης και καταμερισμού αρμοδιοτήτων, του περιουσιακού, θεμάτων Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και οικονομίας, του εδαφικού και της διεθνούς πτυχής της ασφάλειας.  Η Διακήρυξη, προβλέπει επίσης, ρητά, ότι μόνο μία συμπεφωνημένη λύση μπορεί εν συνεχεία να τεθεί προς έγκριση  σε χωριστά και ταυτόχρονα δημοψηφίσματα των δύο κοινοτήτων και ότι «οποιασδήποτε μορφής επιδιαιτησία αποκλείεται».

Οι συνομιλίες διεκόπησαν τον Οκτώβριου του 2014, εξαιτίας τουρκικών προκλήσεων και παραβιάσεων της κυπριακής ΑΟΖ που διήρκεσαν συνολικά επτά σχεδόν μήνες.

Η επανέναρξή τους, κατέστη δυνατή τον Μάιο 2015.

Την 1η Δεκεμβρίου 2016, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο κ. Ακιντζί συμφώνησαν οι συνομιλίες να συνεχισθούν στη Γενεύη της Ελβετίας, με ανταλλαγή χαρτών και την έναρξη ακολούθως Διεθνούς Διάσκεψης για τη Κύπρο.

Η «ανοικτού τέλους» διεθνής διάσκεψη ξεκίνησε στη Γενεύη, στις 12 Ιανουαρίου και τα Ηνωμένα Έθνη είχαν αναγγείλει εγγράφως ότι οι διαπραγματεύσεις θα διαρκούσαν δύο ημέρες. Ωστόσο, ενώ η ελληνική πλευρά ήταν έτοιμη να παραμείνει στη Γενεύη για συζήτηση σε πολιτικό επίπεδο, η τουρκική πλευρά εγκατέλειψε τη διαπραγμάτευση και ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών κ. Τσαβούσογλου επέστρεψε στην Άγκυρα, λέγοντας ότι έχει «σημαντικότερα πράγματα» να κάνει.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η τουρκική πλευρά έφυγε από την Γενεύη διότι δεν ήθελε ή και δεν μπορούσε να συζητήσει το κύριο ζήτημα, τον πυρήνα του Κυπριακού από τη διεθνή σκοπιά που είναι η κατάργηση των εγγυήσεων και η απάλειψη κάθε δυνατότητας παρέμβασης καθώς και η απόσυρση του κατοχικού στρατού.

Κατόπιν της ανωτέρω εξέλιξης, συμφωνήθηκε όπως οι συνομιλίες συνεχιστούν σε τεχνικό επίπεδο και στις 18-19 Ιανουαρίου ακολούθησε συνάντηση υπηρεσιακών παραγόντων  στο  Mont Pèlerin. Στη συνέχεια, οι δικοινοτικές συνομιλίες επανήρχισαν στη Κύπρο στις 26 Ιανουαρίου. Κατά τη συνάντησή τους της 1ης Φεβρουαρίου, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο κ. Ακιντζί  συμφώνησαν να ζητήσουν από τα Ηνωμένα Έθνη να προετοιμάσουν, διαβουλευόμενα με τις εγγυήτριες δυνάμεις, την επανασύγκληση της Διάσκεψης για την Κύπρο, σε πολιτικό επίπεδο. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, σε δηλώσεις του μετά τη συνάντησή του με τον Τ/κ ηγέτη κ. Ακιντζί στις 9 Φεβρουαρίου, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι δύο διαπραγματευτές έχουν προχωρήσει και ετοιμάσει κατάλογο με «τις συγκλίσεις, τις ελάχιστες αποκλίσεις, τις μεγάλες αποκλίσεις» και με βάση την προετοιμασία αυτή οι δύο ηγέτες ξεκίνησαν το διάλογο προκειμένου να μετατραπούν οι αποκλίσεις σε συγκλίσεις.

Η τ/κ πλευρά, ωστόσο, τήρησε αδιάλλακτη στάση στη συζήτηση σημαντικών εσωτερικών θεμάτων, ενώ στα μέσα Φεβρουαρίου, ο κ. Ακιντζί διέκοψε αιφνιδιαστικά τις συνομιλίες, με πρόσχημα  απόφαση της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων (10.2.2017), περί ιστορικής μνείας του δημοψηφίσματος του 1950 στα σχολεία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ωστόσο, περαιτέρω,  προβληματισμό για τις πραγματικές προθέσεις της τουρκικής πλευράς προκάλεσε  το γεγονός ότι στις δικοινοτικές συνομιλίες Τουρκία και τ/κ πλευρά εμμένουν σε νέες απαράδεκτες αξιώσεις επέκτασης των «4 Ελευθεριών» της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης στους Τούρκους υπηκόους, στο έδαφος της Κύπρου.

Ασφαλώς, οι αξιώσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές καθώς αφενός δεν είναι σύμφωνες με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και αφετέρου είναι ένα ζήτημα που άπτεται των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας και συνεπώς δεν αποτελεί αντικείμενο των δικοινοτικών συνομιλιών.

ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ


-    Ο τερματισμός της τουρκικής κατοχής και του εποικισμού και η εξεύρεση συνολικής, αμοιβαία αποδεκτής, δίκαιης και βιώσιμης λύσης του κυπριακού προβλήματος, αποτελεί κορυφαία εθνική προτεραιότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, με προφανή σημασία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την ειρήνη και σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.

-    Παρά τις απογοητεύσεις του παρελθόντος και τις συνεχιζόμενες δυσκολίες, οι δικοινοτικές συνομιλίες, με τη συνδρομή των, διευκολυντικού χαρακτήρα, Καλών Υπηρεσιών του ΓΓΗΕ, παραμένουν η μόνη αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη μέθοδος συμπεφωνημένης επίλυσης του Κυπριακού.

-    Η Ελλάδα σταθερά υποστηρίζει τις προσπάθειες για μια δίκαιη, ισορροπημένη και βιώσιμη λύση του κυπριακού προβλήματος. Μια συμπεφωνημένη λύση θα πρέπει να αποκαταστήσει την διεθνή νομιμότητα, η οποία παραβιάζεται κατάφωρα από την τουρκική εισβολή και συνεχιζόμενη κατοχή εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους ανεξάρτητου, ενός κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους, που είναι μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης.

-   Οι σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αποτελούν τη μοναδική βάση μιας συμπεφωνημένης λύσης, η οποία θα πρέπει επίσης να συνάδει πλήρως με την ιδιότητα της Κύπρου ως κράτους-μέλους της ΕΕ.

-   Η Ελλάδα δεν παρεμβαίνει στη διαπραγμάτευση εσωτερικών πτυχών του κυπριακού προβλήματος, η οποία αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της κυπριακής κυβέρνησης.

-    Η πλήρης αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και η κατάργηση του αναχρονιστικού συστήματος εγγυήσεων του 1960, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας συμπεφωνημένης, βιώσιμης και συνολικής λύσης του κυπριακού προβλήματος.

-    Θέση της Ελλάδας είναι ότι το χρονικό διάστημα αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων πρέπει να είναι σύντομο, η ροή αποχώρησης του στρατού συνεχής και με συγκεκριμένη καταληκτική ημερομηνία αποχώρησης.

-    Η απαίτηση της Τουρκίας να εξασφαλίσει τις «τέσσερις ελευθερίες» της ΕΕ στην Κύπρο, είναι μη ρεαλιστική και νομικά αβάσιμη.

-    Η τουρκοκυπριακή οντότητα που έχει αυτοανακηρυχθεί στα κατεχόμενα και η οποία αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία, είναι παράνομη και έχει καταδικασθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ην. Εθνών με τις  Αποφάσεις 541 (1983) και 550 (1984), οι οποίες καλούν όλα τα κράτη να μην την αναγνωρίσουν, να μην την διευκολύνουν και να μην την συνδράμουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο.  Σε αυτό το πλαίσιο σημειώνουμε την ανάγκη για πλήρη και συνεπή συμμόρφωση με τις ανωτέρω αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας.

-   Η άσκηση  των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της επ’ουδενί συνδέονται με τη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού.