Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017
greek english french

Δικοινοτικές Διαπραγματεύσεις

Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών με ομόφωνο ψήφισμά της (3212/1.11.1974), κάλεσε όλα τα κράτη να σεβαστούν την κυριαρχία, ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και τον (τότε) αδέσμευτο διεθνή προσανατολισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας, ζήτησε την ταχεία απόσυρση όλων των ξένων στρατευμάτων και τον τερματισμό κάθε ξένης επέμβασης στις υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας και κάλεσε τις δύο κοινότητες της Κύπρου, με τη συνδρομή των Καλών Υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, να διαπραγματευθούν μια αμοιβαία αποδεκτή λύση του εσωτερικού πολιτικού προβλήματος της Κύπρου, καλώντας όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να λάβουν «επείγοντα» μέτρα προκειμένου όλοι οι πρόσφυγες να επιστρέψουν στις εστίες τους σε συνθήκες ασφαλείας. Το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε το ψήφισμα αυτό της Γενικής Συνέλευσης (απόφαση 365/13/12/1974). 

Η τουρκική πλευρά, όχι μόνο αρνήθηκε να πράξει το οτιδήποτε προς συμμόρφωσή της με τις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και  επιχείρησε να επιβάλει νέα τετελεσμένα, μεταξύ άλλων με  τη μονομερή ανακήρυξη «ομοσπονδιακού τουρκικού κράτους», τον Φεβρουάριο 1975. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με την (απόφαση 367/12.3.1975), καταδίκασε την παράνομη αυτή ενέργεια ως υπονομευτική των διαπραγματεύσεων, μεταξύ άλλων δε, ζήτησε από το Γενικό Γραμματέα ΟΗΕ να αναλάβει νέα Aπoστολή Kαλών Yπηρεσιών, προκειμένου να διευκολύνει «την επανάληψη, εντατικοποίηση και πρόοδο συνολικών διαπραγματεύσεων» (“the resumption, the intensificiation and the progress of comprehensive negotiations…might thereby be facilitated”).

Τον Αύγουστο 1975,  η τουρκική πλευρά παραβίασε τη δικοινοτική συμφωνία που επετεύχθη στη Βιέννη,  με την οποία αναλάμβανε την υποχρέωση να διασφαλίσει στους 25.000 περίπου Ελληνοκύπριους πού είχαν τότε απομείνει στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου «κάθε βοήθεια να διάγουν μια ομαλή ζωή». Η τουρκική πλευρά, υπαναχώρησε επίσης από επανειλημμένες δεσμεύσεις της να υποβάλλει συγκεκριμένες προτάσεις επί της καίριας εδαφικής πτυχής του προβλήματος.

Το 1977 και 1979, οι υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών δικοινοτικές συνομιλίες οδήγησαν σε δύο Συμφωνίες Κορυφής, οι οποίες, μεταξύ άλλων, όρισαν ως στόχο την επίτευξη δικοινοτικής ομοσπονδιακής λύσης, στο πλαίσιο της ανεξαρτησίας, ενιαίας κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας , του σεβασμού των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων όλων των πολιτών του και την αποστρατικοποίηση του νησιού. Η Συμφωνία του 1979, προέβλεπε, επί πλέον, ότι θα εδίδετο προτεραιότητα σε συμφωνία για την επανεγκατάσταση των προσφύγων στα Βαρώσια, υπό την αιγίδα των Η.Ε. και ότι η συμφωνία αυτή θα εφαρμοζόταν ανεξαρτήτως της προόδου των διαπραγματεύσεων για τη συνολική διευθέτηση του προβλήματος.

Τον Αύγουστο 1980, ο τότε Eιδικός Αντιπρόσωπος  του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ δήλωσε ότι «οι δυο πλευρές επανέλαβαν την υποστήριξη τους για μια ομοσπονδιακή λύση, δικοινοτική επί της συνταγματικής πτυχής και διζωνική επί της εδαφικής πτυχής». Δεν συμφωνήθηκε, ωστόσο, το περιεχόμενο της έννοιας της «διζωνικότητας»,  το οποίο έκτοτε υπήρξε αντικείμενο ουσιωδώς διαφορετικών ερμηνειών και διαρκών αντιπαραθέσεων.   

Το Νοέμβριο 1983, εν μέσω μιας ακόμη πρωτοβουλίας του Γενικού Γραμματέα του Ο.Η.Ε., η τουρκική πλευρά ανακήρυξε τα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου «ανεξάρτητο κράτος», το οποίο αναγνώρισε  μόνο η  κατοχική δύναμη,  Τουρκία. Οι Αποφάσεις 541 (1983) και 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Η.Ε. καταδίκασαν τη μονομερή ανακήρυξη, όπως, επίσης, και όλες τις συνακόλουθες αποσχιστικές ενέργειες τις οποίες χαρακτήρισαν παράνομες και άκυρες, ζήτησαν την άμεση απόσυρση των τουρκικών στρατευμάτων, κάλεσαν όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν το υποτιθέμενο κράτος που δημιουργήθηκε από αποσχιστικές ενέργειες και να μη διευκολύνουν ή με άλλο τρόπο βοηθήσουν την αποσχιστική οντότητα, καταδίκασαν τις τουρκικές απειλές εποικισμού των Βαρωσίων και αξίωσαν τη μεταβίβαση της περιοχής αυτής στην διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών.

Από το 1984 μέχρι το 1992, τα Ηνωμένα Έθνη ανέλαβαν σειρά πρωτοβουλιών για την επίτευξη συμφωνημένου πλαισίου διαπραγμάτευσης μίας συνολικής διευθέτησης. Σημαντικότερη αυτών των πρωτοβουλιών ήταν η «Δέσμη Ιδεών» του Γενικού Γραμματέα Μπούτρος-Μπούτρος Γκάλι, την οποία υιοθέτησε το Συμβούλιο Ασφαλείας ως βάση περαιτέρω διαπραγματεύσεων. Τούτο δεν κατέστη δυνατό, εξαιτίας της  αδιαλλαξίας της τουρκοκυπριακής πλευράς, όπως διαπίστωσε, με την Απόφαση 789 (1992), το Συμβουλίο Ασφαλείας

Η διεθνής κοινότητα κατέβαλε νέα προσπάθεια για την επίτευξη συνολικής λύσης του Κυπριακού, κατά την περίοδο 1999-2004, εν όψει της επικείμενης ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ καθώς και της υποψηφιότητας προς ένταξη στην ΕΕ της Τουρκίας. Τον Νοέμβριο 2002, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ υπέβαλε δικό του συνολικό σχέδιο λύσης προς διαπραγμάτευση. Η τελική αναθεωρημένη εκδοχή του εν λόγω σχεδίου, η οποία ήταν αποτέλεσμα όχι ουσιαστικής διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, αλλά επιδιαιτησίας του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ   υποβλήθηκε, εν τέλει, σε χωριστά δημοψηφίσματα (24.04.2004) κατά τα οποία απερρίφθη από το 75,83% των Ελληνοκυπρίων. Ως εκ τούτου, σύμφωνα και με τις πρόνοιες συμφωνίας όλων των πλευρών (Νέα Υόρκη, 13.2.2004), το υποβληθέν σχέδιο κατέστη  ανυπόστατο και  δεν παρήγαγε  κανένα έννομο αποτέλεσμα.

Παρά την απόρριψη του συγκεκριμένου σχεδίου, η κυπριακή κυβέρνηση και η μεγάλη πλειοψηφία των ελληνοκυπριακών πολιτικών δυνάμεων, παρέμεινε προσηλωμένη στον στόχο της επανένωσης της Κύπρου, στο πλαίσιο των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και των αρχών και αξιών της ΕΕ, πλήρες κράτος-μέλος της οποίας κατέστη η Κυπριακή Δημοκρατία από 1ης Μαίου 2004. Η ε/κ πλευρά ανέλαβε σειρά πρωτοβουλιών που οδήγησαν σε ευρύτερη διεθνή αποδοχή της θέσης της ότι η μέθοδος των τεχνητών χρονοδιαγραμμάτων και της επιδιαιτησίας απεδείχθη αντιπαραγωγική ως προς την εξεύρεση συμπεφωνημένης λύσης του κυπριακού προβλήματος.

Νέες συνολικές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν, εν τέλει, ως αποτέλεσμα πρωτοβουλιών του Προέδρου Χριστόφια (2008-2012), τον Σεπτέμβριο 2008. Οι διαπραγματεύσεις αυτές, πάγωσαν, στα τέλη Μαρτίου 2012, με  απόφαση του  Τουρκοκύπριου ηγέτη κ. ΄Ερογλου.

Απευθείας συνομιλίες ξεκίνησαν εκ νέου, μετά πάροδο δύο περίπου ετών, μεταξύ του Κύπριου Προέδρου Αναστασιάδη  και του κ. Έρογλου, με την πρώτη επίσημη συνάντησή τους και συμφωνία τους επί κειμένου Κοινού Ανακοινωθέντος, στις 11 Φεβρουαρίου 2014.

Στις 15 Απριλίου ολοκληρώθηκε η πρώτη, διερευνητική των εκατέρωθεν θέσεων φάση των νέων συνομιλιών και στις 23 Ιουλίου, η δεύτερη φάση ανταλλαγής εγγράφων προτάσεων  επί του συνόλου των διαπραγματευτικών κεφαλαίων.

Παρά τη διάσταση απόψεων τόσο σε θέματα ουσίας, όσο και σε θέματα διαδικασίας, κατά την πρώτη κοινή συνάντησή σους με το νέο (διορισθέντα στις 25 Αυγούστου 2014) Ειδικό Σύμβουλο του ΓΓΗΕ, κ. Espen Barth Eide, στις 17 Σεπτεμβρίου, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο κ. ΄Ερογλου συμφώνησαν να προχωρήσουν σε επόμενη φάση των «δομημένων συνομιλιών» τους.

Τούτο δεν κατέστη δυνατό, εξαιτίας των από 20 Οκτωβρίου 2014 νέων κατάφωρων παραβιάσεων  των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη από την Τουρκία.Το τουρκικό σκάφος «Barbaros», το οποίο διεξήγαγε παράνομες έρευνες, αποχώρησε τελικά από την κυπριακή ΑΟΖ, στα τέλη Μαρτίου 2015,ενώ δεν ανανεώθηκε η παράνομη τουρκική NAVTEX μετά τη λήξη της στην περιοχή. Ανωτέρω συνέπεσαν με την προσωρινή παύση της δραστηριότητας του γεωτρύπανου της ENI, SAIPEM 10000, για λόγους συντήρησης. Μετά και την ανάδειξη του κ. Μουσταφά Ακιντζί, ως νέου τ/κ ηγέτη, στα τέλη Απριλίου, η νέα συγκυρία επέτρεψε την επανέναρξη των δικοινοτικών συνομιλιών στις 15 Μαΐου.

Τελευταία ενημέρωση Πέμπτη, 28 Μάιος 2015