Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2019
greek english french
Αρχική arrow Επικαιρότητα arrow Ανακοινώσεις - Δηλώσεις - Ομιλίες arrow Ομιλία του Υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Κοτζιά, στο Νορβηγικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (NUPI), (Όσλο, 10/09/2018)

Ομιλία του Υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Κοτζιά, στο Νορβηγικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (NUPI), (Όσλο, 10/09/2018)

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2018

«Οι βασικές αρχές της Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής: Εστιάζοντας στη σταθερότητα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη»

Σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση.

Χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι μαζί σας εδώ, στο Όσλο, και είναι μεγάλη μου τιμή που είμαι προσκεκλημένος στο Νορβηγικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (NUPI). Τόσο με την ιδιότητα του Υπουργού Εξωτερικών, όσο και με την αγαπημένη μου ιδιότητα, του καθηγητή Διεθνών Σχέσεων και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά.

Σήμερα πρόκειται να εστιάσω στις βασικές αρχές και τους κύριους άξονες της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, εν μέσω σημαντικών διεθνών εξελίξεων.

Πιστεύω ότι όλοι συμφωνούμε πως οι εποχές αλλάζουν. Έχουν συμβεί μείζονες γεωπολιτικές αλλαγές.

Δεν ζούμε το τέλος της ιστορίας, όπως είχε ειπωθεί κάποτε. Αντίθετα, είμαστε μάρτυρες της αρχής μιας νέας εποχής. Η σημαντικότερη αλλαγή που παρατηρούμε είναι η σταδιακή υποβάθμιση του ρόλου της Δύσης. Η υπεροχή της, που κάποτε ήταν αδιαμφισβήτητη, δοκιμάζεται πλέον δυναμικά από νέους παίχτες που βγαίνουν στο προσκήνιο. Από το διπολικό μεταπολεμικό σύστημα και τον μονοπολικό κόσμο που ακολούθησε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, κινούμαστε πλέον σταθερά προς ένα πολυ-πολικό σύστημα, στο οποίο δεν έχει επιτευχθεί ακόμα μια ισορροπία μεταξύ των δυνάμεων.

Θα γίνουμε άραγε μάρτυρες μιας ομαλής μετάβασης σε μια νέα ισορροπία ή θα αντιμετωπίσουμε τριβές, το φαινόμενο της «Παγίδας του Θουκυδίδη», έναν όρο που επινόησε ο Γκράχαμ Άλισον για να περιγράψει τις εντάσεις μεταξύ των κυρίαρχων και των αναδυόμενων δυνάμεων;

Παράλληλα με την υποβάθμιση της δύναμης της Δύσης, παρατηρούμε και μια σχετική υποβάθμιση της επιρροής του συστήματος αξιών που χαρακτηρίζει τον δυτικό πολιτισμό, ενός συστήματος που κάποτε ήταν αδιαμφισβήτητο. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: η καθολική αποδοχή που έχαιρε η φιλελεύθερη δημοκρατία μετά τον Ψυχρό Πόλεμο ως σύστημα πολιτικής οργάνωσης, αμφισβητείται πλέον από την οικονομική επιτυχία κρατών με εναλλακτικά συστήματα (Κίνα) και από την επιρροή που ασκούν στον αναπτυσσόμενο κόσμο.

Συνεπώς, χρειάζεται να ανανεώσουμε την επιρροή των αξιών μας, υιοθετώντας μια πιο θετική ατζέντα.

Α. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επέλεξα να ξεκινήσω με το στοιχείο που είναι κυρίαρχο στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: τη γεωπολιτική.

Αν μου επιτρέπεται να κάνω μια αναλογία, η εξωτερική πολιτική της Νορβηγίας είναι πολύ δραστήρια σε ολόκληρο τον κόσμο. Ωστόσο, η περιοχή των ζωτικών της συμφερόντων είναι ο Βορράς, εκεί όπου βρίσκεται. Εξού και η ανάπτυξη της πολιτικής του «Υψηλού Βορρά». Αντίστοιχα, ένα από τα βασικά συμφέροντα της Ελλάδας βρίσκεται στα Βαλκάνια, στον γεωγραφικό χώρο όπου ανήκει, παρά το γεγονός ότι για σχεδόν πέντε δεκαετίες είχε αποκοπεί πολιτικά από το άμεσο περιβάλλον της. Η κατάρρευση του Συμφώνου της Βαρσοβίας σήμανε το τέλος αυτής της εξωτερικά επιβαλλόμενης παραφωνίας και την αρχή μιας εποχής με συνεχώς αυξανόμενη και πολύπλευρη αλληλεπίδραση μεταξύ των κρατών και των λαών της περιοχής.

Σήμερα, η Ελλάδα υποστηρίζει ένθερμα τη διαδικασία ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ και στις βορειοατλαντικές αμυντικές δομές, καθώς πιστεύουμε ότι αυτό δεν θα είναι μόνο προς δικό μας όφελος αλλά προς όφελος ολόκληρης της περιοχής.

Ωστόσο, όπως έχω ήδη αναφέρει, η Ελλάδα αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις που προέρχονται, πολλές φορές ταυτόχρονα, τόσο από τον Νότο, όσο και από την Ανατολή και τη Δύση. Πρέπει πάντα να παρακολουθούμε όσα συμβαίνουν στη γειτονιά μας, δηλαδή στη Μεσόγειο, την Τουρκία, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Βρισκόμαστε στο κέντρο ενός τριγώνου αστάθειας, όπως συνηθίζω να το ονομάζω. Στην επάνω γωνία βρίσκεται η Ουκρανία, η οποία βιώνει μια βαθιά κρίση. Κάτω αριστερά βρίσκεται η Λιβύη, όπου συνεχίζεται αμείωτη η βίαιη εμφύλια σύγκρουση. Και δεξιά βρίσκεται το Ιράκ και η Συρία. Αυτές οι τρεις περιοχές βρίσκονται εν μέσω πολύ σοβαρών κρίσεων, σε διαφορετικό βαθμό η καθεμία και διαφορετικού περιεχομένου. Αυτές οι κρίσεις –και διάφορες άλλες παράμετροι– έχουν θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.

Υπό αυτή την έννοια, στην ελληνική εξωτερική πολιτική, η γεωπολιτική απαιτεί μια προσέγγιση 360 μοιρών.

Β. Ένα δεύτερο στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη είναι ότι η Ελλάδα ανακτά τις δυνάμεις της μετά από μια από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις που έπληξαν τον κόσμο στην πρόσφατη ιστορία. Μια οικονομική κρίση που διήρκεσε περισσότερο από αυτήν της Βόρειας Κορέας (1990-1997) και είχε χειρότερες επιπτώσεις, δεδομένου, βέβαια, ότι στην Ελλάδα η κατάσταση ήταν πολύ καλύτερη πριν από το ξέσπασμα της κρίσης σε σχέση με τη Βόρεια Κορέα.

Η σύγχρονη «Οδύσσεια» της Ελλάδας έχει πλέον τελειώσει, όπως δήλωσε πρόσφατα και ο Πρωθυπουργός, κύριος Τσίπρας. Η εξωτερική μας πολιτική είναι πλέον σοφότερη, πολύ πιο συνδεδεμένη με τις αρχές της οικονομίας και τη σχέση μεταξύ κόστους και αποτελεσματικότητας. Διαμορφώνουμε μια εξωτερική πολιτική της ειρήνης, της έξυπνης δύναμης και του διαλόγου. Ακόμα και μετά από χρόνια ύφεσης και μείωσης του ΑΕΠ, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη οικονομία στα Δυτικά Βαλκάνια και να διαθέτει οικονομικά πλεονεκτήματα, όπως το ανθρώπινο κεφάλαιο, τα λιμάνια και οι υποδομές της, απολύτως απαραίτητα για την οικονομική ανάπτυξη ολόκληρης της περιοχής.

Γ. Ένα τρίτο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη κατά τη διαμόρφωση της εξωτερικής μας πολιτικής είναι οι μείζονες αλλαγές που λαμβάνουν χώρα σε ολόκληρο τον κόσμο. Οφείλω να πω ότι αυτό είναι το αγαπημένο μου θέμα. Θα μπορούσα να μιλάω για ώρες για την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, για τη δεύτερη εποχή των μηχανών και ούτω καθεξής. Δυστυχώς όμως δεν έχουμε τώρα τον χρόνο για να εμβαθύνουμε περισσότερο σε αυτά τα ζητήματα. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να επισημάνω, ότι η εξωτερική πολιτική πρέπει να είναι ευέλικτη και ικανή να προσαρμόζεται σε αυτές τις νέες πραγματικότητες. Δεν πρέπει να παγιδεύεται στο παρελθόν.

Δ. Προκειμένου να περιγράψω και να αναλύσω καλύτερα την ελληνική εξωτερική πολιτική στο συγκεκριμένο πλαίσιο, επέλεξα να σας την παρουσιάσω σε κωδικοποιημένη μορφή, βάσει των δώδεκα βασικών αρχών που την διέπουν. Βασικές αρχές που συνδέονται και προάγονται μέσα από τις δεκαέξι πρωτοβουλίες και τους εννέα διεθνείς σχηματισμούς που έχουμε δημιουργήσει στη διάρκεια των τεσσάρων ετών που βρισκόμαστε στην κυβέρνηση.

Δεν πρόκειται για ένα μαξιμαλιστικό μοντέλο. Αντίθετα, θα διαπιστώσετε ότι αυτές οι βασικές αρχές, από τη μια, διατηρούν την αυτοτέλειά τους, ενώ ταυτόχρονα συνιστούν, ως αναπόσπαστα μέρη, ένα συμπαγές πλέγμα στρατηγικής θεώρησης:

Η πρώτη αρχή είναι ότι πρέπει κανείς να ασκεί μία ενεργητική και όχι παθητική εξωτερική πολιτική. Ενεργητική εξωτερική πολιτική σημαίνει το να αναλαμβάνεις πρωτοβουλίες και να μην περιμένεις ότι τα προβλήματά σου θα λυθούν από μόνα τους, παραμένοντας ο ίδιος σε μια κατάσταση αδράνειας. Ή ότι μπορείς επ' αόριστον να έχεις τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής σε εκκρεμότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στάσης είναι η διαφορά που είχαμε σχετικά με το ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ καθώς και τα μακροχρόνια προβλήματα με την Αλβανία, μια στάση που εμπόδιζε την ανάπτυξη των μεταξύ μας σχέσεων.

Πρόκειται για μια πολιτική που δεν αρμόζει στον σύγχρονο κόσμο μας.

Συνεπώς, μια τέτοια πολιτική είναι μια παθητική πολιτική, που απλώς περιμένει να συμβεί κάτι απ' έξω ή από τρίτους, προκειμένου να απαλλαγεί η Ελλάδα και η εξωτερική της πολιτική από το ένα ή το άλλο πρόβλημα. Αντίθετα, αυτό που κάναμε και συνεχίζουμε να κάνουμε είναι η ανάπτυξη μιας ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής. Λαμβάνουμε πρωτοβουλίες. Για παράδειγμα, όταν αναλάβαμε την διακυβέρνηση, παρόλο που είχαμε να αντιμετωπίσουμε μια πολύ αρνητική προσωπικότητα στην ηγεσία της κυβέρνησης της πΓΔΜ, τον Gruevski, δημιουργήσαμε 21 Μέτρα Οικοδόμησης της Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), στα οποία συμπεριλαμβανόταν η συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων, ένας νέος αγωγός φυσικού αερίου, νέες σιδηροδρομικές γραμμές κ.λπ. Σκοπός αυτής της πολιτικής ήταν να οικοδομήσει την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο πλευρές, προκειμένου να ακολουθήσουν στη συνέχεια τα απαραίτητα βήματα για την επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος.

Αυτά τα 21 μέτρα οικοδόμησαν την εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών. Κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης για την ονομασία, στη γειτονική μας χώρα υπήρχε η εντύπωση ότι εμείς στην Ελλάδα είμαστε εναντίον της ίδιας της ύπαρξής τους ως κράτους. Ότι η Ελλάδα, όπως και άλλα κράτη, ήθελε η χώρα τους να διαλυθεί. Είμαι ο πρώτος Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών που επισκέφτηκε τη Βόρεια Μακεδονία και σε μια συνέντευξη τύπου, μετά από τέσσερις ώρες διαβουλεύσεων και ενώπιον 400 δημοσιογράφων, δήλωσα ότι αντιμετωπίζουμε τη χώρα τους ως «δώρο Θεού» (God’s gift) που όμως είχε λάθος νονό (Godfather). Ήθελα με αυτόν τον τρόπο να κάνω τη διάκριση και να τους πω: «Χαιρόμαστε που υπάρχετε, αλλά το πρόβλημα είναι το όνομά σας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουμε άλλα προβλήματα με εσάς». Έχω την αίσθηση ότι, μετά από χρόνια, αυτή ήταν η πρώτη φορά που άρχισαν να σκέφτονται διαφορετικά τα πράγματα.

Καταφέραμε να φτάσουμε σε συμφωνία με την κυβέρνηση της πΓΔΜ τον προηγούμενο Ιούλιο στα Σκόπια, μόνο επειδή προετοιμάσαμε προσεχτικά το έδαφος. Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι ούτε το αποτέλεσμα κάποιας συγκυρίας στα Σκόπια ή στην περιοχή ούτε το αποτέλεσμα κάποιων «εξωτερικών πιέσεων», όπως υποστηρίζουν συχνά τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα. Αντίθετα, ήταν δική μας επιλογή να ακολουθήσουμε μια ενεργητική προσέγγιση, να καθορίσουμε μόνοι μας τις εξωτερικές μας σχέσεις και να μην τις αφήσουμε να τις καθορίζουν άλλοι.

Μέσω αυτής της ενεργητικής εξωτερική πολιτικής, βρισκόμαστε κοντά στην επίλυση προβλημάτων με την Αλβανία που παραμένουν άλυτα εδώ και δεκαετίες. Πάρα πολύ σύντομα, πιστεύω, θα ολοκληρώσουμε την διαπραγμάτευση, σε ένα πακέτο δέκα θεμάτων. Στο πακέτο περιλαμβάνεται η οριοθέτηση των συνόρων, των θαλάσσιων ζωνών και ούτω καθεξής.

Το ζήτημα είναι ότι τα προβλήματα αυτά με τις συγκεκριμένες χώρες δεν δημιουργήθηκαν ούτε επιλύθηκαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όπως συνέβη σε άλλες περιπτώσεις, για παράδειγμα, η γραμμή Όντερ-Νάισε μεταξύ Πολωνίας και Γερμανίας. Αντίθετα, τα προβλήματα στα οποία αναφέρομαι εμφανίστηκαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου: Η Βόρεια Μακεδονία ήταν κομμάτι της Γιουγκοσλαβίας, οπότε δεν υπήρχε ζήτημα αναγνώρισής της ως κράτους. Η Αλβανία βρισκόταν υπό το καθεστώς απομόνωσης του Ενβέρ Χότζα, οπότε δεν υπήρχε καμία πιθανότητα διαπραγμάτευσης μαζί της.

Συνεπώς, πιστεύαμε και εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι για να επιλυθούν αυτά τα θέματα πρέπει να λάβουμε πρωτοβουλίες. Γιατί ξέρετε, όταν η διπλωματία μένει απαθής και δεν λύνει τα προβλήματα εν καιρώ ειρήνης, συνήθως αυτά λύνονται μετά από πόλεμο, ψυχρό ή «θερμό», αλλά με πολύ μεγαλύτερο τίμημα.

Σε αυτό το πλαίσιο της ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής λάβαμε την εξής ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία: δημιουργήσαμε μια ειδική Διάσκεψη για την Προστασία του Θρησκευτικού και Πολιτιστικού Πλουραλισμού στη Μέση Ανατολή. Γνωρίζω ότι πρόκειται για έναν τομέα για τον οποίο ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως η Νορβηγία. Είχαμε τη χαρά, ως η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που συμμετείχε, να συγκεντρώσουμε στην Αθήνα όλες τις ηγετικές προσωπικότητες των Εκκλησιών και των πολιτιστικών κοινοτήτων από τη Μέση Ανατολή, περί τις 400 προσωπικότητες. Τον Οκτώβριο του 2017 οργανώσαμε μια δεύτερη Διάσκεψη σε συνεργασία με την Αυστρία και τα ΗΑΕ. Θέλουμε, όταν ξεκινούμε μία πρωτοβουλία, να το κάνουμε με ενεργητικό τρόπο, και να προσπαθούμε να την επεκτείνουμε διοργανώνοντάς την και με άλλες χώρες. Δεν είμαστε εγωιστές.

Η δεύτερη αρχή, η οποία ακούγεται αυτονόητη, αλλά στην περιοχή μας δεν είναι, είναι η δημιουργία μίας θετικής και όχι αρνητικής ατζέντας.

Θα αναφέρω δύο πρωτοβουλίες που λάβαμε στο πλαίσιο της προώθησης μιας θετικής ατζέντας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη: Η μία αφορά τη διασυνοριακή συνεργασία με τους τρεις βόρειους γείτονές μας: Βουλγαρία, πΓΔΜ και Αλβανία, σε ζητήματα όπως η πολιτική προστασία και η κατάσβεση των πυρκαγιών (διότι οι πυρκαγιές δεν γνωρίζουν σύνορα, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι «οπαδοί της παγκοσμιοποίησης») μέχρι ζητήματα που σχετίζονται με την ασφάλεια, την ενεργειακή συνεργασία και άλλα παρόμοια. Άλλη παρόμοια πρωτοβουλία είναι το Euromed. Αφορά τα επτά κράτη μέλη της ΕΕ που βρίσκονται στον Ευρωπαϊκό Νότο: Πορτογαλία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Μάλτα, Κύπρος και Ελλάδα. Μικρότερες χώρες, αλλά και μεγαλύτερες (συμπεριλαμβανομένου του 2ου, 3ου και 4ου μεγαλύτερου κράτους μέλους της ΕΕ), που εγείρουν εντός της ΕΕ κοινωνικά ζητήματα τα οποία λίγο έως πολύ απουσιάζουν από τον διάλογο που διεξάγεται εντός της ΕΕ, όπως και ζητήματα συνοχής.
Θα μπορούσα να αναφέρω κι άλλα παραδείγματα, ωστόσο, η ουσία παραμένει η ίδια: Αυτή η θετική ατζέντα συνεργασίας σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής θα μας δώσει τελικά τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε καλύτερα τα πιο περίπλοκα και τα πιο ευαίσθητα, από πολιτική άποψη, ζητήματα της περιοχής μας.

Η τρίτη αρχή μας είναι μία πρόταση ως προς τη σχέση της εξωτερικής πολιτικής με την ιστορία. Με άλλα λόγια, σε συνάφεια με τις δύο προηγούμενες βασικές αρχές, προσθέτουμε κάτι συγκεκριμένο: μια φόρμουλα για το μέλλον. Υπάρχει μια παλιά, ενδιαφέρουσα ρήση του Τσόρτσιλ, η οποία είναι λίγο αστεία, αλλά και πολύ στενάχωρη, καθώς οι Άγγλοι είχαν αναμιχθεί πολύ στην περιοχή μας: «Τα Βαλκάνια παράγουν περισσότερη ιστορία από όση μπορούν να καταναλώσουν». Με άλλα λόγια, εννοούσε ότι τα Βαλκάνια δυσκολεύονται να διαχειριστούν ακόμα και τη δική τους ιστορία. Εγώ βρήκα μια διαφορετική διατύπωση, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε γενικότερο επίπεδο και εμπεριέχει στοιχεία θετικότητας: «Η ιστορία πρέπει να είναι σχολείο και όχι φυλακή». Σε μεγάλο βαθμό, έως τη στιγμή της δικής μας διακυβέρνησης, τα Βαλκάνια, η Νοτιοανατολική Ευρώπη, ήταν μια «φυλακή» προκαταλήψεων και στερεοτύπων, και όχι ένας τόπος ειρηνικής συνεργασίας. Σε αυτή τη βάση, δομήσαμε τη συνεργασία και τις διάφορες πλατφόρμες με τα Τίρανα και τα Σκόπια. Πιστεύω ότι με αυτό τον τρόπο, πετύχαμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τα προβλήματα του παρελθόντος.

Η τέταρτη αρχή είναι το να μαθαίνουμε από τη δική μας πείρα. Δηλαδή ότι η πρότασή μας ναι μεν αφορά το μέλλον, έχει όμως, ταυτόχρονα, αντλήσει διδάγματα από το παρελθόν, από την εμπειρία μας, από τα λάθη μας.

Ο Τσέχος στοχαστής Karl Wolfgang Deutsch πρότεινε έναν πολύ καλό ορισμό για τον δογματισμό: «ο δογματισμός δεν είναι η μία ή η άλλη άποψη, η οποία είναι ενδεχομένως λάθος, αλλά δογματισμός είναι το να μην είναι κανείς σε θέση να μάθει και να ανανεωθεί». Δηλαδή, το να μην έχει κανείς την ικανότητα να μαθαίνει και να προχωρεί παραπέρα. Μέσα από τη μελέτη που κάναμε, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα αντέδρασε με αλαζονεία μετά την κατάρρευση των κυβερνήσεων στα Βαλκάνια. Δημιουργήσαμε ένα δίκτυο τραπεζών και επενδύσεων αλλά, θα πρόσθετα εγώ, με στοιχεία αλαζονείας, το οποίο ήταν πολύ έντονο τη δεκαετία του '90 λόγω του άκρατου οικονομικού φιλελευθερισμού που ακολούθησε μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Τι μάθαμε από αυτή την εμπειρία; Η Ελλάδα είναι μία πολύ μικρή χώρα στον παγκόσμιο χάρτη με βάση όλα τα στοιχεία, δεν είναι εύκολο να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας. Για την Ευρώπη είμαστε μία μικρομεσαία χώρα. Όμως, για την περιοχή των Βαλκανίων είμαστε μία πολύ σημαντική χώρα, τόσο θεσμικά, όσο και από την άποψη των παραγωγικών μας δυνατοτήτων. Όπως προανέφερα, εξακολουθούμε να είμαστε η μεγαλύτερη οικονομία στην περιοχή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει αντιμετωπίζουμε τις άλλες χώρες με αλαζονεία. Κατά την άποψή μου, όταν κάποιος έχει μεγαλύτερη δύναμη και καλούς, στέρεους θεσμούς, τότε έχει και μεγαλύτερες ευθύνες. Δεδομένου ότι έχουμε μεγαλύτερες ευθύνες, είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε συμβιβασμούς. Διότι η ικανότητα κάποιου να συμβιβάζεται είναι ένδειξη δύναμης και όχι αδυναμίας. Πρέπει να είμαστε επικεφαλής αυτής της κουλτούρας του συμβιβασμού και της συναίνεσης μεταξύ των κρατών.
Η υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι η επιτομή ενός δομημένου και δίκαιου συμβιβασμού στην περιοχή – η πρώτη τέτοιου είδους πρωτοβουλία εντός των Βαλκανίων. Και φαίνεται ότι έχει ευεργετική επίδραση, λειτουργεί ως πηγή έμπνευσης για άλλους με μακροχρόνιες διαμάχες στην περιοχή.
Η πέμπτη αρχή είναι το να ασκούμε μία πολιτική προσανατολισμένη στο μέλλον, και όχι προσκολλημένη στο παρελθόν. Όπως γνωρίζετε, έχουμε μια μακρά ιστορία χιλιάδων ετών. Ορισμένες φορές, έχουμε την τάση να μένουμε προσκολλημένοι σε αυτή την ιστορία και να σκεφτόμαστε πόσο σημαντικοί είμαστε λόγω του παρελθόντος. Οι προκλήσεις όμως βρίσκονται μπροστά μας και πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε.

Για παράδειγμα, προκύπτει ένα μεγάλο ζήτημα εξαιτίας της διεύρυνσης της ΕΕ. Αν η ΕΕ διευρυνθεί περαιτέρω, θα συμπεριλάβει τα 6 κράτη των Δυτικών Βαλκανίων. Αν η ΕΕ δεχθεί αυτά τα 6 κράτη και, πιθανόν, 2 ή 3 ακόμα από την ανατολική γειτονιά της, τότε θα περιλαμβάνει περισσότερα από 35 μέλη. Και αυτό που προσπαθούμε να εξηγήσουμε σε όλες τις υποψήφιες χώρες που επιθυμούν να γίνουν μέλη της ΕΕ το συντομότερο δυνατό, είναι ότι σε μια Ένωση 35 ή 40 μελών, τα μικρότερα κράτη δεν θα είναι σε θέση να παίξουν σημαντικό ρόλο. Η Ελλάδα είναι κι αυτή μεταξύ των μικρών κρατών μελών, αλλά τα άλλα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων είναι ακόμα μικρότερα. Συνεπώς, μόνο αν υπάρξει συνεργασία, συλλογική εκπροσώπηση και υπεράσπιση των συμφερόντων μας, μόνο αν δημιουργήσουμε δίκτυα και οικοδομήσουμε συνέργειες στην περιοχή, θα μπορέσουν να ακουστούν οι φωνές μας στην Ένωση.

Πολύ σύντομα, θα σταθώ σε τρία μέρη της ιστορίας της περιοχής μας από το 1989 και μετά. Το πρώτο κομμάτι ήταν τη δεκαετία του '90, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, όταν η Ελλάδα και άλλες χώρες, όπως η Αυστρία και η Ιταλία –και αργότερα η Γερμανία με τη Γαλλία– προχώρησαν σε επενδύσεις και επιχείρησαν να δημιουργήσουν δίκτυα, δηλαδή δεσμούς μεταξύ των διαφόρων κρατών. Στη συνέχεια, ήρθαν οι αποφάσεις της Θεσσαλονίκης, το 2003-2004, οι οποίες κινούνταν προς την κατεύθυνση της ένταξης αυτών των χωρών στην ΕΕ. Υπήρξε ένας ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών της περιοχής σε σχέση με την προσχώρησή τους στην ΕΕ. Χάθηκε ο εσωτερικός δεσμός μεταξύ των κρατών της Βαλκανικής και όλες οι χώρες επικεντρώθηκαν στην προσπάθεια να γίνουν πρώτα υποψήφιες προς ένταξη και, στη συνέχεια, μέλη της ΕΕ. Οι οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις που είχαν δομηθεί μεταξύ των κρατών της Βαλκανικής τη δεκαετία του '90 ατόνησαν. Αυτό που πρέπει να κάνουμε σήμερα είναι να αναπτύξουμε μια στρατηγική προσανατολισμένη στο μέλλον, η οποία να οδηγεί στη σύγκλιση: Αυτό σημαίνει, βεβαίως, ότι οι συγκεκριμένες χώρες πρέπει να ενταχθούν στην ΕΕ, αλλά ταυτόχρονα, θα πρέπει να οικοδομήσουν και πάλι τις μεταξύ τους σχέσεις, ώστε να μπορούν να είναι πιο ισχυρές ακόμα και εντός της ΕΕ.

Στη βάση αυτής της στρατηγικής επιλογής, σε επίπεδο βαλκανικών χωρών, εκτός από τη Διασυνοριακή Συνεργασία που ήδη σας ανέφερα, έχουμε αναπτύξει και μία συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ στην περιοχή, δηλαδή της Κροατίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας, καθώς έχουμε κοινά συμφέροντα στο πλαίσιο της πολιτικής που αφορά τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Υπάρχει και ένας ειδικός σχηματισμός που περιλαμβάνει την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Σερβία, προκειμένου να βοηθηθεί η Σερβία, και ίσως μελλοντικά και το Μαυροβούνιο, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την ένταξή του στην ΕΕ.

Η έκτη αρχή είναι ότι πρέπει κανείς να διαθέτει στρατηγικό σχέδιο. Δηλαδή ένα σχέδιο σχετικά με το πώς αντιλαμβάνεται κανείς τη θέση του στον χώρο και στον χρόνο καθώς και τις σχέσεις του με τους άλλους, διαμορφώνοντας συμμαχίες με μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη στόχευση σε βάθος χρόνου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της βασικής αρχής είναι το ότι έχουμε διαμορφώσει στην Ανατολική Μεσόγειο έξι σχηματισμούς συνεργασίας που αποτελούν μέρος της πολυπολιτισμικής και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής που ασκούμε. Η Ελλάδα και η Κύπρος, δύο κράτη μέλη της ΕΕ, έχουμε ειδική και ξεχωριστή τριμερή συνεργασία με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Παλαιστίνη, τον Λίβανο, την Ιορδανία και την Αρμενία. Αυτά τα σχήματα συνεργασίας έχουν δύο διαστάσεις: πρόκειται για συνεργασίες από το επίπεδο των Προέδρων ή των Πρωθυπουργών έως το επίπεδο των Διευθύνσεων των Υπουργείων. Επιπλέον, είναι οριζόντιες συνεργασίες, στις οποίες συμμετέχουν όλα τα Υπουργεία. Η πιο προωθημένη συνεργασία είναι με την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Η πιο πρόσφατη συνεργασία είναι με την Αρμενία.

Η έβδομη αρχή είναι το πώς να αντιμετωπίζει κανείς ορισμένες δύσκολες αντιφάσεις. Στην εξωτερική πολιτική της χώρας μας, το πιο δύσκολο σύστημα αντιφάσεων είναι η Τουρκία.
Η Τουρκία είναι ένα σύστημα αντιφάσεων. Έτσι το ερμηνεύουμε. Και η ερμηνεία είναι πολύ σημαντικό κομμάτι, διότι μετριάζει την αίσθηση του ακατανόητου, που εξ ορισμού υπάρχει σε μια αντίφαση, διευκολύνοντας στη συνέχεια τη δράση, την ίδια την αντιμετώπιση της αντίφασης. Η Τουρκία κουβαλά παραδοσιακές αντιφάσεις, αλλά και νέες. Οι νέες έχουν περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα, ενώ οι παλιές σχετίζονται με το ζήτημα του έθνους και της κοινωνίας. Έχουν 17-18 εκ. Κούρδους και περίπου 5 εκ. εξ αυτών ζουν στην Κωνσταντινούπολη – μία από τις ομορφότερες πόλεις του κόσμου. Έχουν αντιφάσεις στην κοινωνική και οικονομική τους διαστρωμάτωση. Στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη υπάρχουν τομείς της οικονομίας της χώρας που είναι πολύ δυναμικοί και ενσωματωμένοι στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα – μεγάλες και σύγχρονες δομές. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν δομές, ειδικά στην Ανατολία, που παραμένουν φεουδαρχικές.

Έχουν όμως και πολιτικού χαρακτήρα αντιφάσεις. Στην Τουρκία έχουμε τα παράλια και την ενδοχώρα. Στα τουρκικά παράλια, τόσο στα δυτικά, που βρέχονται από το Αιγαίο, όσο και στον Νότο, πάνω από το 60% των ψηφοφόρων στο πρόσφατο δημοψήφισμα αλλά και στις εκλογές ψήφισαν εναντίον του Ερντογάν. Το ίδιο συνέβη και στις μεγάλες πόλεις –στην Κωνσταντινούπολη και στην Αττάλεια, ακόμα και στην Άγκυρα– όπου ζει η πλειοψηφία των διανοουμένων και της μεσαίας τάξης της Τουρκίας. Αυτοί οι άνθρωποι είναι περισσότερο προσανατολισμένοι προς τη Δύση. Αντίθετα, στην ενδοχώρα οι άνθρωποι είναι προσανατολισμένοι προς ένα πιο ηγεμονικό μοντέλο για την Τουρκία στην περιοχή, και αυτό αποτυπώθηκε στον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο ψήφισαν οι μεν και οι δε.

Η πιο πρόσφατη αντίφαση είναι ότι η τουρκική ηγεσία ταλαντεύεται ανάμεσα στην αλαζονεία και την αυτοπεποίθηση. Κατάφεραν να αποτρέψουν το πραξικόπημα, εισέβαλαν στο Ιράκ και τη Συρία, ανήκουν στο G20. Όλα αυτά ενισχύουν την αυτοπεποίθηση της Τουρκίας, κάποιες φορές όμως την κάνουν και αλαζονική – κάτι που εμείς το έχουμε βιώσει από πρώτο χέρι. Ωστόσο, ορισμένες φορές, η ηγεσία της Τουρκίας καταλαμβάνεται από ανασφάλεια, ίσως εξαιτίας της απαράδεκτης απόπειρας πραξικοπήματος το καλοκαίρι του 2016. Πρόκειται για μια ανασφάλεια συνδεδεμένη με φόβο. Και αυτό το μείγμα αυτοπεποίθησης και αλαζονείας, ανασφάλειας και φόβου, καθιστά το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας εξαιρετικά νευρικό – τουλάχιστον όπως το ερμηνεύουμε και το βιώνουμε εμείς.

Η Τουρκία είναι επίσης μια δύναμη αναθεωρητική. Δεν θέλει να τηρεί τις διεθνείς συνθήκες. Θέλει να τις αναθεωρήσει. Για παράδειγμα, με την εισβολή της στη Συρία παραβίασε τη Συνθήκη της Λωζάνης και παρέκαμψε το Διεθνές Δίκαιο. Αυτή η νευρικότητα, μαζί με τον αναθεωρητισμό του Ερντογάν –τον οποίο προσωπικά θεωρώ σημαντική προσωπικότητα– προκαλεί μια σειρά προβλημάτων στην περιοχή μας.

Εμείς προσπαθούμε πάντα να χαλαρώνουμε τις εντάσεις, αλλά αυτή είναι μια τέχνη που πρέπει να την κατέχει κανείς. Δηλαδή, η ικανότητα να ακολουθείς μια πολιτική χαλάρωσης των εντάσεων, χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση ότι είσαι αδύναμος, ότι υποχωρείς εξαιτίας του φόβου. Δεν πρέπει να υποχωρείς από τις αρχές και τις αξίες σου. Έχουμε διαφορετική αντίληψη για την αξία της ζωής ή για τη διεξαγωγή ενός πολέμου. Πρόκειται για μια πολιτική υπευθυνότητας.

Και αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η πολιτική που ακολουθούμε με την Τουρκία: ερχόμαστε σε επικοινωνία μαζί της, επιζητούμε τον διάλογο και τη συνεργασία, αλλά όταν χρειαστεί είμαστε αμετακίνητοι.

Κι αυτό μας φέρνει στην όγδοη αρχή η οποία διέπει ή κατευθύνει την πολιτική μας: η ελληνική εξωτερική πολιτική κινείται στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου. Θεωρούμε ότι το Διεθνές Δίκαιο είναι το εργαλείο με το οποίο αντιμετωπίζει κανείς τις διεθνείς συγκρούσεις, τα συμφέροντα, τις αντιφάσεις. Και το Κυπριακό είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το περασμένο καλοκαίρι, και όλη την προηγούμενη χρονιά, διαπραγματευτήκαμε πολύ για το Κυπριακό. Έλαβε χώρα ένας μεγάλος διαπραγματευτικός κύκλος δώδεκα ημερών στο Κραν-Μοντανά της Ελβετίας, κατά τον οποίο διαπραγματευόμασταν νυχθημερόν. Εκεί ετέθη ένα σημαντικό ερώτημα: Ποιος είναι ο πυρήνας του προβλήματος στο Κυπριακό; Είναι τα αντιτιθέμενα συμφέροντα ανάμεσα στις δύο κοινότητες, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους; Εν μέρει είναι και αυτό. Γι’ αυτό και υποστηρίζω πάντα ότι θα πρέπει να δοθούν στους Τουρκοκύπριους τα μέγιστα δυνατά δικαιώματα. Επιπλέον, θα πρέπει να προστατευθούν τα συμφέροντα των τριών μικρότερων κοινοτήτων, των Αρμενίων, των Μαρωνιτών και των Λατίνων, καθώς οι περισσότεροι λησμονούν τα δικαιώματα αυτών των κοινοτήτων. Και θα πρέπει να δοθεί στην ελληνοκυπριακή πλευρά το μέγιστο δυνατό αίσθημα ασφάλειας.

Όμως, το ερώτημα παραμένει: Ποιο είναι το θεμελιακό ζήτημα του Κυπριακού; Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι το εξής: το ζήτημα της ασφάλειας, το πρόβλημα της παράνομης κατοχής του βόρειου τμήματος της Κύπρου. Το βόρειο τμήμα της Κύπρου είναι το πιο στρατιωτικοποιημένο κομμάτι της Ευρώπης. Μέχρι πέρυσι ήταν εγκατεστημένοι εκεί 44.000 στρατιώτες για 92.000 Τουρκοκύπριους και 200.000 κατοίκους συνολικά. Η αναλογία είναι ένας στρατιώτης για κάθε δύο Τουρκοκύπριους ή ένας στρατιώτης για κάθε οικογένεια, αν κανείς λάβει υπόψη και τους εποίκους.

Στο Κυπριακό τασσόμαστε υπέρ μιας λύσης βάσει της οποίας η Κύπρος θα πρέπει να γίνει κανονικό κράτος, μέλος της ΕΕ και του ΟΗΕ. Θα πρέπει να απολαμβάνει πλήρως όλα τα δικαιώματα ενός κανονικού κράτους, χωρίς παρεμβατικά «δικαιώματα» τρίτων.

Η ένατη αρχή είναι ότι η πολιτική μας χρειάζεται δομές ασφαλείας, ειδικά στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Διότι έχουμε το Κυπριακό, έχουμε και το θέμα των νησιών που βρίσκονται κοντά στην Τουρκία, για τα οποία κάποιοι στην Τουρκία διερωτώνται «γιατί πρέπει να παραμείνουν ελληνικά;». Με άλλα λόγια, η ισχυρή αποτρεπτική δύναμη που διαθέτει η χώρα –σε αντίθεση με άλλες χώρες της περιοχής– και η οποία διασφαλίζει ότι οι άλλοι θα πρέπει να το σκεφτούν πολύ προσεχτικά προτού επιχειρήσουν κάτι το οποίο θα τους κοστίσει πολύ.

Επιπλέον, όπως ισχύει και για τη Νορβηγία, είναι στρατηγική μας επιλογή να συμμετέχουμε σε συλλογικούς μηχανισμούς ασφαλείας, όπως το ΝΑΤΟ, καθώς και να συνεργαζόμαστε με τους εταίρους και τους συμμάχους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να ενισχύσουμε τα μέσα και τις δυνατότητες της ΕΕ.

Υπάρχει ακόμα μία ομοιότητα μεταξύ Ελλάδας και Νορβηγίας. Είμαστε και οι δύο μεσαίες έως μικρές χώρες σε ό,τι αφορά τον πληθυσμό, αλλά συγκαταλεγόμαστε στις μεγαλύτερες ναυτιλιακές δυνάμεις στον κόσμο. Η Ελλάδα έχει τη δεύτερη μεγαλύτερη ακτογραμμή στην Ευρώπη (πάνω από 12.000 χλμ.), δεύτερη μετά τη Νορβηγία. Πρόκειται για συγκριτικά πλεονεκτήματα που αναβαθμίζουν τον ρόλο μας σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο.

Η δέκατη αρχή είναι να αναβαθμίσουμε το ρόλο του «μικρού» μας κράτους. Πώς μπορούμε όμως να το κάνουμε αυτό σε διεθνές επίπεδο; Θα πρέπει να το κάνουμε μέσω της ΕΕ, αν είναι εφικτό. Πώς μπορούμε όμως να το κάνουμε; Τι σπουδαίο υπάρχει σε αυτή τη μικρή χώρα; Πολιτισμός.

Σε αυτό το πλαίσιο αναλάβαμε μία ακόμα πρωτοβουλία. Αν την είχαμε αναλάβει μόνοι μας, μπορεί να μην ήταν τόσο επιτυχημένη. Πρόκειται για το Φόρουμ Αρχαίων Πολιτισμών. Ένα φόρουμ που έφερε κοντά τα έθνη που γέννησαν σπουδαίους πολιτισμούς, οι οποίοι παραμένουν ζωντανοί μέχρι σήμερα. Έτσι, δημιουργήσαμε μια ομάδα κρατών, η οποία περιλαμβάνει την Κίνα, την Ινδία, το Ιράν, το Ιράκ, την Αίγυπτο, την Ιταλία, το Μεξικό, το Περού, τη Βολιβία και την Ελλάδα. Έχουν ζητήσει να συμμετάσχουν κι άλλα κράτη. Θα δούμε στο μέλλον πώς θα προχωρήσει αυτή η πρωτοβουλία. Την Προεδρία του Φόρουμ έχει αυτή τη στιγμή η Βολιβία.

Η ενδέκατη αρχή είναι να επιδιώκουμε, στο πλαίσιο αυτής της πολυδιάστατης πολιτικής, να έχουμε με όλες τις πλευρές τις καλύτερες δυνατές σχέσεις, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατόν και από πλευράς τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι θέλουμε να είμαστε αρεστοί σε όλους και με κάθε τίμημα, αλλά ότι τους αντιμετωπίζουμε όλους με σεβασμό, και πως ό,τι δεν καταλαβαίνουμε λόγω της διαφορετικότητάς τους, δεν το απορρίπτουμε, αλλά το αντιμετωπίζουμε με ενδιαφέρον και σεβασμό. Κι αυτό γιατί η μακρά ιστορία που έχουμε μας έχει διδάξει ότι δεν πρέπει να διαρρηγνύουμε τους δεσμούς μας με άλλες χώρες, όπως μας ζητούν κάποιοι μερικές φορές. Αυτό συμβαίνει κυρίως με χώρες όπως η Αίγυπτος και το Ιράν, με τις οποίες είχαμε σχέσεις εδώ και χιλιάδες χρόνια. Στις νεότερες χώρες είναι δύσκολο να αντιληφθούν ότι αυτά τα χιλιάδες χρόνια έχουν ίσως περάσει στην ανατροφή ή την εκπαίδευσή μας. Επίσης, βλέπουμε τα οφέλη και εργαζόμαστε προκειμένου να οικοδομήσουμε νέες φιλίες με κράτη που δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις στο παρελθόν, όπως, μεταξύ άλλων, η Κολομβία, η Ν. Κορέα και η Σιγκαπούρη.

Το τελευταίο, δωδέκατο σημείο είναι ότι μία χώρα, όπως είναι η δική μας, πρέπει να είναι μία χώρα προσανατολισμένη στην ειρήνη. Δεν μπορεί να ασκεί επιθετική εξωτερική πολιτική. Πρέπει να επιδεικνύει άλλες ικανότητες κι άλλη δυναμική. Η Ελλάδα πρέπει να εμφανίζεται ως διαπραγματευτής, ως έντιμος μεσολαβητής –όπως είμαστε τόσο εμείς όσο και η Νορβηγία όσον αφορά τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και στα Βαλκάνια, στις οποίες δεν μετέχουμε– και ως χώρα που διαβουλεύεται. Πρέπει όλοι να συζητάμε περισσότερο, να σκεφτόμαστε περισσότερο.

Κυρίες και κύριοι.

Ε. Προσπάθησα να σας παρουσιάσω τις δώδεκα βασικές αρχές που διέπουν την ελληνική εξωτερική πολιτική και το πώς αυτές μεταφράζονται σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Έχουμε καταφέρει να λειτουργούμε ως ένας πυλώνας σταθερότητας και ειρήνης, κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότιμης σχέσης μεταξύ των κρατών βάσει του διεθνούς δικαίου, με σεβασμό στον πολιτισμικό πλουραλισμό και στον διάλογο για την αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων. Το έχουμε καταφέρει σε μια ασταθή περιοχή. Όπως και η Νορβηγία, είμαστε μια χώρα που γνωρίζει τους τρόπους μεσολάβησης, που ξέρει να βρίσκει λύσεις στα αντικρουόμενα συμφέροντα. Αυτό είναι κάτι για το οποίο είμαστε υπερήφανοι, ακόμα και όταν οι προσπάθειές μας γίνονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Στη διπλωματία αυτό που μετράει είναι η επιτυχία, και αυτή δεν μετριέται πάντα από τα ρεπορτάζ στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.