Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019
greek english french
Αρχική arrow Εξωτερική Πολιτική arrow Ειδικά Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής arrow Το Ζήτημα του Ονόματος της Βόρειας Μακεδονίας

Το Ζήτημα του Ονόματος της Βόρειας Μακεδονίας

Ιστορικό

Το ζήτημα του ονόματος προέκυψε το 1991, όταν η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας αποσχίστηκε από την ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία και ανακήρυξε την ανεξαρτησία της υπό το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας».
Ιστορικά, ο όρος «Μακεδονία», ο οποίος, σημειωτέον, είναι ελληνική λέξη, αναφέρεται στο Βασίλειο και τον πολιτισμό των αρχαίων Μακεδόνων, που ανήκουν στο ελληνικό έθνος και αποτελούν αδιαμφισβήτητο κομμάτι της ελληνικής ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.

Γεωγραφικά, ο όρος αυτός αναφέρεται σε μια ευρύτερη περιοχή που εκτείνεται στο σημερινό έδαφος διάφορων βαλκανικών χωρών, με το μεγαλύτερο τμήμα της να βρίσκεται στην Ελλάδα και άλλα μικρότερα τμήματά της στη Βόρεια Μακεδονία, τη Βουλγαρία και την Αλβανία. Ο κύριος κορμός της ιστορικής Μακεδονίας κείται εντός των σημερινών ελληνικών συνόρων και καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα της ελληνικής επικράτειας που διαχρονικά ονομάζεται Μακεδονία, με σημερινό πληθυσμό περίπου 2,5 εκατομμύρια Έλληνες πολίτες.

Οι ρίζες του ζητήματος του ονόματος ανάγονται στην επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Στρατάρχης Τίτο διαχώρισε από τη Σερβία την περιοχή που καλείτο μέχρι τότε Vardar Banovina (δηλαδή τη σημερινή Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας), χορηγώντας της καθεστώς ομόσπονδης συνιστώσας της τότε νέας ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας και μετονομάζοντάς την αρχικά σε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» και, στη συνέχεια, σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Παράλληλα, άρχισε να καλλιεργεί την ιδέα ενός χωριστού και διακριτού «μακεδονικού έθνους».

Ο Στρατάρχης Τίτο είχε βεβαίως πολλούς λόγους να προβεί σε αυτές τις ενέργειες, με κυριότερο την πρόθεσή του να θεμελιώσει μελλοντικές εδαφικές διεκδικήσεις της Γιουγκοσλαβίας στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και να εξασφαλίσει διέξοδο στο Αιγαίο. Οι βλέψεις του  Τίτο στην ευρύτερη Μακεδονία είχαν επιβεβαιωθεί ήδη από το 1944, όταν ανήγγειλε δημόσια ότι στόχος του ήταν να επανενώσει «όλα τα τμήματα της Μακεδονίας που διασπάστηκαν το 1912 και 1913 από τους βαλκάνιους ιμπεριαλιστές».

Τον Δεκέμβριο του 1944 τηλεγράφημα του State Department προς τις αμερικανικές Αρχές, με υπογραφή του τότε αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Stettinius, έγραφε, μεταξύ άλλων, ότι: « Η (αμερικανική) Κυβέρνηση θεωρεί ότι αναφορές του τύπου ‘μακεδονικό έθνος’, ‘μακεδονική Μητέρα Πατρίδα’ ή ‘μακεδονική εθνική συνείδηση’ αποτελούν αδικαιολόγητη δημαγωγία που δεν αντικατοπτρίζει καμία πολιτική πραγματικότητα και βλέπει σε αυτές την αναγέννηση ενός πιθανού μανδύα που θα υποκρύπτει επιθετικές βλέψεις εναντίον της Ελλάδας».

Σε αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991 βασίζοντας την ύπαρξή της ως ανεξάρτητο κράτος στην τεχνητή έννοια του «μακεδονικού έθνους».

Η Ελλάδα αντέδρασε έντονα στην υποκλοπή της ιστορικής και πολιτιστικής της κληρονομιάς και στις υφέρπουσες εδαφικές και αλυτρωτικές βλέψεις της νέας τότε χώρας και το θέμα ήλθε στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο με δύο αποφάσεις του [817 (1993) και 845 (1993)] προέβη σε συστάσεις για  την εξεύρεση ταχείας διευθέτησης της ονοματολογικής διαφοράς και των εναπομεινάντων θεμάτων, επ’ ωφελεία των ειρηνικών σχέσεων και της καλής γειτονίας στην περιοχή.

Το 1993, κατόπιν της σύστασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, η γειτονική μας χώρα  έγινε δεκτή, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, στα Ηνωμένα Έθνη με την προσωρινή ονομασία «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» έως ότου επιτυγχανόταν μια συμφωνημένη λύση.

Το 1995, οι δύο χώρες  συνομολόγησαν την  Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία επέβαλε έναν δεσμευτικό «κώδικα συμπεριφοράς».  Επί τη βάσει του Άρθρου 5 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας τα δύο μέρη άρχισαν διαπραγματεύσεις, υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, με στόχο να καταλήξουν σε συμφωνία στο ονοματολογικό

Στις 17 Ιουνίου 2018, υπεγράφη στις Πρέσπες από τους Υπουργούς Εξωτερικών κ. Κοτζιά και Ντιμιτρόφ, και από τον Προσωπικό Απεσταλμένο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, κ. Νίμιτς, ως μάρτυρα, παρουσία των  Πρωθυπουργών των δύο χωρών κ. Τσίπρα και Ζάεφ, , η «Τελική Συμφωνία για την επίλυση των διαφορών που περιγράφονται στις Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993), τη λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 και την εδραίωση Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης μεταξύ των Μερών».

Η σύναψη της Συμφωνίας ήταν αποτέλεσμα εντατικών διαπραγματεύσεων που ξεκίνησαν κατά τη συνάντηση των δύο Πρωθυπουργών στο Νταβός, στις 24.1.2018, και διεξήχθησαν σε επίπεδο Υπουργών Εξωτερικών, με τη μεσολάβηση του κ. Νίμιτς. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν κατ’ ουσίαν 7-8 μήνες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της γείτονος από τον κ. Ζάεφ, την 1η Ιουνίου 2017  με την οποία διεφάνη ότι άνοιξε μια νέα σελίδα στις σχέσεις των δύο χωρών, καθώς εξαρχής προέβαινε σε λίαν θετικές δηλώσεις. Η μετονομασία του αεροδρομίου και του αυτοκινητοδρόμου από την κυβέρνηση Ζάεφ, σε συνδυασμό με τις σημαντικές ελληνικές κινήσεις για μετάβαση στη Β’ Φάση της Συμφωνίας Σταθεροποίησης και Σύνδεσης μεταξύ της Ε.Ε.και της βορείου γείτονος  και υποστήριξη του αιτήματος της τελευταίας για ένταξη στην Πρωτοβουλία Αδριατικής Ιονίου, βάσει της συμφωνίας των δύο Πρωθυπουργών στο Νταβός, μαζί με την πρόοδο των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, συνέτειναν στη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης που είναι απαραίτητο για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων με καλή πίστη και ανοικτό πνεύμα.

Άλλωστε, το εξαρχαϊστικό πρόγραμμα, οι προκλητικές ενέργειες κυβερνητικών αξιωματούχων και εκπροσώπων της γείτονος (π.χ. δημόσια χρήση του Ήλιου της Βεργίνας, παρουσία σε εκδηλώσεις με αλυτρωτική/αναθεωρητική χροιά) και η επιδεικτική έλλειψη διάθεσης εκ μέρους των Σκοπίων για οιουδήποτε είδους διαπραγμάτευση στο ονοματολογικό, κατά παράβαση του Άρθρου 5 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, είχαν καταστήσει σαφή στη διεθνή κοινότητα την αδυναμία εξεύρεσης λύσης στο ονοματολογικό, εικόνα που αντεστράφη με τη στάση της κυβέρνησης Ζάεφ, κατά τα ανωτέρω.

Η Τελική Συμφωνία επιλύει τη χρονίζουσα ονοματολογική διαφοράμε τη γειτονική χώρα (κείμενο της Συμφωνίας, στην αγγλική (επίσημο κείμενο) και στην ελληνική). Ειδικότερα, η «Συμφωνία των Πρεσπών» προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

-Μετονομασία της γειτονικής χώρας  σε «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Πρόκειται για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό στον όρο «Μακεδονία», προκειμένου να γίνεται η διάκριση με την ελληνική περιοχή της Μακεδονίας.

-Το όνομα «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» (‘Republic of North Macedonia’)  είναι το νέο συνταγματικό όνομα της χώρας. Το σύντομο όνομά τηςείναι «Βόρεια Μακεδονία» (‘North Macedonia’).     

-Το όνομα αυτό είναι για όλες τις χρήσεις και για όλους τους σκοπούς, erga omnes. Το νέο όνομα της γείτονος ισχύει σε διεθνές επίπεδο, ήτοι σε όλους τους διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς Οργανισμούς, θεσμούς και Fora, σε όλες τις σχέσεις τής βορείου γείτονος με όλα τα Κράτη-Μέλη του ΟΗΕ, καθώς και στο εσωτερικό της [Άρθρα 1(5), 1(8), 1(9)]. Η τελευταία διάταξη εφαρμόζεται σε όλα τα νέα επίσημα έγγραφα, αλληλογραφία και συναφές υλικό με τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας. Οι προβλεπόμενες μεταβατικές περίοδοι [Άρθρο 1 (10)] αφορούν τα υφιστάμενα έγγραφα.

-Η Συμφωνία  αναφέρεται σε «ιθαγένεια» (‘nationality’), που είναι ο νομικός δεσμός του πολίτη με το κράτος. Από τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας, σε όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα της γείτονος, όπου καταγράφεται η ιθαγένεια,  προστίθεται και η ένδειξη «πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας» και η αναφορά στον όρο ‘nationality’ είναι ‘Macedonian/citizen of the Republic of North Macedonia’ [Αρ. 1 παρ. 3 (β)].

-Ως προς τη γλώσσα της γείτονος, που αναφέρεται στη Συμφωνία ως «Μακεδονική», καθορίζεται σαφώς ότι αυτή ανήκει στην ομάδα των Νότιων Σλαβικών γλωσσών. Στη Συμφωνία τονίζεται ότι η γλώσσα της χώρας αυτής ουδεμία σχέση έχει με την ελληνική Μακεδονία και τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της περιοχής αυτής από την αρχαιότητα έως σήμερα.

-Υπογραμμίζονται οι σχετικές διατάξεις του Προοιμίου της Συμφωνίας καθώς και των Άρθρων 3, 4 και 6, σύμφωνα με τις οποίες τα δύο Μέρη: α) επιβεβαιώνουν το υφιστάμενο κοινό σύνορο των δύο χωρών ως ισχυρό και απαραβίαστο διεθνές σύνορο, β) Τονίζουν τη δέσμευση εκάστου Μέρους στον σεβασμό της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας του άλλου Μέρους, γ) δεσμεύονται ότι τίποτα στο Σύνταγμά τους όπως ισχύει σήμερα ή όπως θα τροποποιηθεί στο μέλλον μπορεί να ερμηνευθεί ότι αποτελεί ή θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του άλλου Μέρους «σε οιαδήποτε μορφή και για οιονδήποτε λόγο, περιλαμβανομένης της προστασίας του καθεστώτος και των δικαιωμάτων οιωνδήποτε προσώπων δεν είναι πολίτες του», δ) δεσμεύονται ότι θα λάβουν αμέσως αποτελεσματικά μέτρα για να απαγορεύσουν εχθρικές δραστηριότητες, ενέργειες ή προπαγάνδα από κρατικές υπηρεσίες ή υπηρεσίες αμέσως ή εμμέσως ελεγχόμενες από το κράτος και για την πρόληψη δραστηριοτήτων που πιθανόν υποδαυλίζουν τον σωβινισμό, την εχθρότητα, τον αλυτρωτισμό και τον αναθεωρητισμό εναντίον του άλλου Μέρους. Έκαστο Μέρος επίσης θα αποτρέπει και θα αποθαρρύνει ενέργειες, περιλαμβανομένων των προπαγανδιστικών, από ιδιωτικούς φορείς που πιθανόν υποδαυλίζουν τον σωβινισμό, την εχθρότητα, τον αλυτρωτισμό και τον αναθεωρητισμό εναντίον του άλλου Μέρους. Κατά συνέπεια, η Συμφωνία όχι μόνο περιλαμβάνει διατάξεις για άρση του αλυτρωτισμού και αναθεωρητισμού, εκ μέρους της γείτονος, αλλά και συναφείς τροποποιήσεις του Συντάγματός της στο Προοίμιο, στο Άρθρο 3 και στο Άρθρο 49, οι οποίες υλοποιήθηκαν.

-Αποκήρυξη, εκ μέρους της γείτονος, οιασδήποτε διεκδίκησης σχέσης της με την Αρχαία Μακεδονία, της οποίας η ελληνική ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά κατοχυρώνεται έναντι του «ψευδο-μακεδονισμού». Στο Άρθρο 7(4), τα δύο Μέρη  «σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και τα άλλα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους (ΣΗΜ.: της Βόρειας Μακεδονίας) δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους (ΣΗΜ.: της Ελλάδας)». Ειδικότερα, εντός έξι μηνών από τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας, η άλλη πλευρά αναλαμβάνει να αναθεωρήσει το πρόγραμμα «εξαρχαϊσμού» (αγάλματα, κτίρια, ονόματα δημόσιων υποδομών), σεβόμενη την ελληνική ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της Αρχαίας Μακεδονίας, καθώς και να μη χρησιμοποιήσει ξανά τον Ήλιο της Βεργίνας, αφαιρώντας τον εντός έξι μηνών από όλους τους δημόσιους χώρους.  

-Άμεση συγκρότηση Μεικτής Δι-επιστημονικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων (ΜΔΕΕ) για ιστορικά, αρχαιολογικά και εκπαιδευτικά θέματα, η οποία θα εξετάσει και τα σχολικά εγχειρίδια, ώστε να απαλειφθούν οι αλυτρωτικές και αναθεωρητικές αναφορές (π.χ. χάρτες «Μεγάλης Μακεδονίας»). Η ΜΔΕΕ των δύο χωρών  συγκροτήθηκε στις 17 Ιουλίου 2018, βάσει της Συμφωνίας. Πρόεδρος του ελληνικού τμήματος είναι ο Υφυπουργός Εξωτερικών, κ. Μπόλαρης. Η πρώτη συνάντηση της ΜΔΕΕ έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη στις 2 Νοεμβρίου 2018.  

-Η πρόοδος στην ευρωπαϊκή ενταξιακή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας εξαρτάται από την πλήρωση των όρων και των προϋποθέσεων («αιρεσιμότητα») που τίθενται για κάθε υποψήφια προς ένταξη στην Ε.Ε. χώρα, στο πλαίσιο της Διαδικασίας Διεύρυνσης της Ε.Ε. και της Συμφωνίας Σταθεροποίησης και Σύνδεσης Ε.Ε.-Βόρειας Μακεδονίας.

-Διατάξεις για ενίσχυση των διμερών σχέσεων και εμβάθυνση της διμερούς συνεργασίας, προκειμένου να εδραιωθεί στρατηγική εταιρική σχέση μεταξύ των δύο χωρών.

Η Τελική Συμφωνία  συνιστά βιώσιμη διευθέτηση ενός καίριου ζητήματος, το οποίο εκκρεμούσε από τη δεκαετία του 1990. Ανοίγει τον δρόμο για την πολύπλευρη αναβάθμιση των σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της μετεξέλιξης των υφιστάμενων Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης σε ένα διμερές Σχέδιο Δράσης, και της συνεργασίας των δύο γειτονικών χωρών, καθώς και για την περαιτέρω ενίσχυση της σταθερότητας και της ανάπτυξης της περιοχής, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Αναμένεται, επιπλέον, να συμβάλει στην προώθηση των διμερών οικονομικών σχέσεών μας καθώς και στην υλοποίηση σημαντικών σχεδίων δια-συνδεσιμότητας όχι μόνο σε διμερές αλλά και σε περιφερειακό επίπεδο.

Η Τελική Συμφωνία τέθηκε σε ισχύ στις 12 Φεβρουαρίου 2019 με ανταλλαγή ρηματικών διακοινώσεων των δύο Μερών και, ως εκ τούτου, η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995, περιλαμβανομένων των «Πρακτικών Μέτρων», έπαυσε έκτοτε να ισχύει. Στις 14 Φεβρουαρίου 2019, η Βόρεια Μακεδονία έστειλε επιστολή σε όλα τα Κράτη-Μέλη και τα Κράτη-Παρατηρητές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών καθώς και σε όλους τους διεθνείς Οργανισμούς, θεσμούς και φόρα , ζητώντας τους να υιοθετήσουν και να χρησιμοποιούν το όνομα και τις ορολογίες της Συμφωνίας. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, αναμένει επίσης από όλα τα Κράτη-Μέλη και Κράτη-Παρατηρητές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και από όλους τους διεθνείς Οργανισμούς, θεσμούς και φόρα  την ορθή τήρηση του νέου ονόματος και των ορολογιών της γειτονικής χώρας, ως άνω, σύμφωνα με τη διεθνή νομιμότητα.