Χαιρετισμός Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, σε επετειακή εκδήλωση της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου για τη συμπλήρωση 78 ετών από την Ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα (Ρόδος, 06.03.2026)

Χαιρετισμός Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, σε επετειακή εκδήλωση της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου για τη συμπλήρωση 78 ετών από την Ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα (Ρόδος, 06.03.2026)

Αγαπητοί φίλοι,

Αγαπητοί συμπατριώτες,

Είναι κλισέ να λέμε ότι αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή να είμαι σήμερα μαζί σας, αλλά θέλω να σας εξομολογηθώ ότι πραγματικά ήταν μια ανάγκη που αισθανόμουν κι εγώ σήμερα να βρεθώ ανάμεσά σας, όχι για αποσυμπίεση από όσα δεινά υποφέρουμε στο Υπουργείο Εξωτερικών το τελευταίο διάστημα, τα τελευταία χρόνια, με όλα τα κεκτημένα του μεταπολεμικού κόσμου της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφαλείας να έχουν καταρριφθεί, όσο γιατί εδώ μπορείς να αισθανθείς πραγματικά την ανάταση που σου προκαλεί η ελληνικότητα των νησιών μας. Εδώ, η καρδιά της Ελλάδας χτυπάει εκατό φορές πιο δυνατά, το αίσθημα χρέους και ευθύνης που έχουμε, η ιστορική διάσταση των Δωδεκανήσων. Στα Δωδεκάνησα, που τελευταία ενσωματώθηκαν στον εθνικό κορμό, είναι ακριβώς εδώ που μπορείς να αισθανθείς αυτή την αύρα της ελληνικότητας, της ελληνικής ψυχής. Εγώ σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Περιφερειάρχα, για την τιμή που μου περιποιείτε, να με προσκαλέσετε σήμερα να παρευρεθώ εδώ για λογαριασμό της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Η δική μου σημερινή τοποθέτηση θα είναι βιωματική. Εξ ου και δεν έχω σημειώσεις. Διότι την ιστορία της ενσωμάτωσης των Δωδεκανήσων την άκουσα από τον πατέρα μου. Την άκουσα σε πολλές εκδοχές, διότι ο ίδιος είχε αναμειχθεί στην πρωτόλεια εξέγερση στην Κάρπαθο, η οποία οδήγησε λίγα χρόνια μετά στην ενσωμάτωση και άρα, ό,τι σας πω, να γνωρίζετε ότι θα είναι από καρδιάς και ό,τι ακούσετε για την εξωτερική πολιτική θα είναι τα λόγια, τα οποία θα προέρχονται από μια νηφάλια προσέγγιση, από αίσθημα ευθύνης, το οποίο έχω από ένα βάρος για την τεράστια ευθύνη, την οποία επωμιζόμαστε για την πατρίδα, βρισκόμενος σήμερα στο τιμόνι της ελληνικής διπλωματίας, στην πιο δύσκολη στιγμή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα Δωδεκάνησα, κύριε Περιφερειάρχα, αγαπητοί μου Βουλευτές, κύριε Δήμαρχε, αγαπητή κυρία Πρόξενε, αγαπητοί φίλοι, ήταν η πιο πολύφερνη νύφη των αιώνων. Ήταν ένα σταυροδρόμι πολλών πολιτισμών. Ήταν ένα σταυροδρόμι τριών ηπείρων. Ήταν ο δρόμος του ευρωπαϊκού μεταξιού. Ήταν ο δρόμος που συνέδεε την Ανατολή με τη Δύση και τον Βορρά με τον Νότο. Εξ ου και τη διεκδίκησαν, διεκδίκησαν τα νησιά μας, οι Πέρσες, οι Γενουάτες, οι Βενετοί, οι Ιππότες, οι Σταυροφόροι, στη συνέχεια οι Οθωμανοί, οι Γερμανοί, οι Ιταλοί. Ήταν μια πραγματικά περιζήτητη νύφη.

Παρά ταύτα, - και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό - παρά το γεγονός ότι η διεκδίκηση ήταν πάντα τεράστια και πιεστική, ουδέποτε οι Δωδεκανήσιοι κλονίστηκαν σε ό,τι αφορά την ελληνικότητά τους. Και επαναλαμβάνω, μολονότι ήταν τα Δωδεκάνησα η τελευταία περιοχή ελληνική, ελληνικής ψυχής, η οποία ενσωματώθηκε στον κορμό της πατρίδας μας. Φτάσαμε κοντά στο να ενσωματωθούμε αρκετές φορές. Το 1830 τα Δωδεκάνησα θα μπορούσαν να είχαν μπει στον εθνικό κορμό, στη μικρή τότε Ελλάδα που αναγνωρίστηκε με τις Συνθήκες και τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου, αλλά αντ’ αυτού, αντί για την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων και τη Σάμο, η Εύβοια έγινε μέρος της τότε ελληνικής επικράτειας και στη συνέχεια, το 1920, όταν ως μέρος των νικητών διαπραγματευόταν η Ελλάδα τα οφέλη από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα Δωδεκάνησα προς στιγμήν ήλθαν με τη Συνθήκη Ειρήνης στην Ελλάδα, με μια μικρή μεταβατική περίοδο ιταλικής διοίκησης της Ρόδου, πλην όμως η Μικρασιατική Καταστροφή επανέφερε στην πραγματικότητα τα αιτήματα των Ιταλών. Ποτέ δεν έπαψαν τα αιτήματα ούτε των Ιταλών ούτε των Τούρκων πάνω στα Δωδεκάνησα. Για να βρεθούμε και πάλι σε μία υστέρηση, σε μία οπισθοδρόμηση, η οποία θα έπρεπε να περιμένει, μετά το 1922, για είκοσι πέντε ακόμη χρόνια, έως ότου ενσωματωθούν τα Δωδεκάνησα στον εθνικό κορμό.

Η ελληνικότητα των Δωδεκανήσων ήταν τόσο ισχυρή που δεν επηρεάστηκε ούτε από τις απόπειρες εξανδραποδισμού. Διότι, και στην ηπειρωτική Ελλάδα προφανώς υπήρχε η οθωμανική κυριαρχία. Εντούτοις, στα Δωδεκάνησα υπήρξε, πέρα από την οθωμανική κυριαρχία, και πολύ ισχυρή ιταλική κυριαρχία, η οποία επιχειρούσε ακριβώς να θέσει εκποδών την ελληνική ψυχή των ανθρώπων, είτε με καρότο, όπως είναι η απονομή ιταλικής ιθαγένειας, είτε με μεγαλύτερο μαστίγιο, όπως ήταν η βία, η οποία ασκήθηκε στους Δωδεκανήσιους από τη σκληρή ιταλική κατοχή. Και ας μην το ξεχνάμε αυτό.

Αναφέρθηκα σε κάτι που για εμάς που γεννηθήκαμε στην Κάρπαθο αποτελεί πραγματικό τίτλο τιμής, στην εξέγερση της Καρπάθου, 5 Οκτωβρίου του 1944, όπου τότε μια μικρή χούφτα ανθρώπων, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας μου, στην πραγματικότητα έδιωξαν την ιταλική διοίκηση και τους Γερμανούς, οι οποίοι βρίσκονταν στο νησί και ανέλαβαν μόνοι τους τη διοίκηση του νησιού. Μέχρι που μια εβδομάδα αργότερα, μετά από μία ηρωική προσπάθεια κατοίκων του μικρού χωριού της γειτονικής Αρκάσας, έφτασε στην Αίγυπτο για να μεταφέρει το μήνυμα της επανάστασης και κατέπλευσαν στην Κάρπαθο αγγλικά πλοία για να αναλάβουν τη διοίκηση για επτά μήνες.

Η Κάρπαθος ήταν ο πιο ελεύθερος τόπος πριν ακόμη την απελευθέρωση των υπόλοιπων Δωδεκανήσων που συντελείται τον Μάιο του 1945. Με την αποβίβαση των αγγλικών δυνάμεων εδώ στη Ρόδο και στη συνέχεια βέβαια η μεγάλη στιγμή, η οποία έρχεται με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων τον Φεβρουάριο του 1947, την αποβίβαση των Άγγλων, την επίσημη παράδοση της Ρόδου στην ελληνική διοίκηση τον Μάρτιο. Και βέβαια, σαν αύριο που έχουμε την μεγάλη επέτειό μας, την επέτειο της ενσωμάτωσης των νησιών μας στην Ελλάδα, 7 Μαρτίου του 1948. Η ελληνική ιστοριογραφία κατέγραψε κάτι, το οποίο νομίζω είναι το πιο χαρακτηριστικό για την ελληνικότητα των ανθρώπων. Το πόσο πολύ προσδοκούσαν αυτή την ενσωμάτωση, πόσο αποτυπωνόταν στην ουσία η πολλαπλή επιθυμία γενεών. Η διαγενεακή επιθυμία αιώνων για την ενσωμάτωση αυτή στην παράδοση, στις 31 Μαρτίου του 1947, στην παράδοση στην ελληνική διοίκηση, συνόδευε τότε την ελληνική αντιπροσωπεία ο μετέπειτα πρώτος Πρόεδρος της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, Μιχάλης Στεφανόπουλος, ως πολιτικός σύμβουλος της τότε διοίκησης και περιγράφει με τρόπο ανατριχιαστικό και πιστεύω ότι όλοι θα αισθανθούμε αυτήν την ανατριχίλα. Το ότι, όταν πλέον έγινε η επίσημη τελετή και μεταφέρθηκαν τα νησιά στον ελληνικό κορμό τον Μάρτιο του 1947, όταν έγινε η παράδοση, 31 Μαρτίου, οι κάτοικοι της Ρόδου μετακινήθηκαν στο νεκροταφείο της Ρόδου, κύριε Περιφερειάρχα, για να μεταφέρουν το μήνυμα της ενσωμάτωσης με την Ελλάδα στους νεκρούς τους. Τόση ήταν η επιθυμία πολλών γενεών για να ενσωματωθούν με τη μητέρα πατρίδα.

Είναι πραγματικά μια μεγάλη στιγμή για όλους μας, μια μεγάλη στιγμή για τον Ελληνισμό. Και είναι και η πιο απτή απόδειξη ότι ο Ελληνισμός δεν χάνεται υπό οποιαδήποτε βία και υπό οποιοδήποτε καθεστώς. Και ότι εκείνος, ο οποίος θα επιχειρήσει με οποιονδήποτε τρόπο να καταστείλει την ελληνικότητα, το μόνο που θα καταφέρει είναι να την καταστήσει ακόμη πιο ανθεκτική. Σήμερα, τα Δωδεκάνησα βρίσκονται και πάλι στην επιφάνεια. Είναι δύσκολες οι στιγμές. Λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από εδώ, από τη Ρόδο, μαίνεται ένας πόλεμος που ανάλογό του δεν έχει ξαναδεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καμία κοινωνία. Ένας πόλεμος, στον οποίο συμμετέχουν δέκα κράτη και πολλά άλλα, στην πραγματικότητα, με έμμεσο τρόπο. Ένας πόλεμος, ο οποίος αυτή τη στιγμή ταλανίζει μια πολύ μεγάλη γεωγραφική περιοχή. Ένας πόλεμος, στον οποίο συμμετέχουν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, που η σημασία του δεν μετριέται μόνο στα χιλιάδες θύματα, τα οποία υπάρχουν καθημερινά. Η σημασία του μετριέται από το μεγάλο αποτύπωμα, το οποίο αναμένεται να αφήσει και για το σήμερα αλλά και για το αύριο.

Η Ελλάδα τηρεί μια στάση αρχής στον πόλεμο αυτό, όπως το έχει πράξει όλα τα χρόνια. Τάσσεται πάντοτε με το Διεθνές Δίκαιο, χωρίς καμία παραχώρηση. Η προστασία των αμάχων του Ανθρωπιστικού Δικαίου είναι κάτι το οποίο δεν τίθεται σε συζήτηση. Από την άλλη πλευρά, σταθήκαμε στη σωστή πλευρά, καταγράφοντας το γεγονός ότι το Ιράν δεν μπορεί να αναπτύξει τέτοιου τύπου πυρηνικό πρόγραμμα ή βαλλιστικό, ώστε να αποτελεί κίνδυνο για την περιφερειακή και τη διεθνή ειρήνη. Υψώσαμε το ανάστημά μας, έτσι ώστε από τη θέση στην οποία βρισκόμαστε να σταθούμε απέναντι στην επίθεση ή στην απειλή προς την αδελφή Κύπρο. Και βεβαίως στηρίξαμε τη ναυτιλία, την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, η οποία είναι πάρα πολύ κρίσιμη όχι μόνο για τη ναυτιλία - είναι μεγάλο μέγεθος για την Ελλάδα - αλλά βεβαίως και επειδή η ναυτιλία είναι η εγγύηση της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η εγγύηση ότι δεν θα περιέλθει κάποια μεγάλη οικονομική κρίση μπροστά στην πόρτα μας.

Αυτά τα οποία σήμερα συμβαίνουν στην ευρύτερη περιοχή του Ιράν είναι πρωτόγνωρα και ως πρωτόγνωρα τα αντιμετωπίζουμε. Θέλω να πω τη βασική αντίληψη της δικής μας εξωτερικής πολιτικής, της εξωτερικής πολιτικής της πατρίδας μας. Εκείνο το οποίο αντιλαμβανόμαστε είναι ότι θα πρέπει να έχουμε μία εξωτερική πολιτική, η οποία θα είναι σθεναρή, θα είναι συνεπής, θα αυξάνει το αποτύπωμα της χώρας μας. Η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Δεν είναι ούτε πληθυσμιακά ούτε σε έκταση. Έχει όμως ένα διπλωματικό αποτύπωμα, το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθος αυτό. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να είναι στην καρδιά όλων των μεγάλων διεθνών οργανισμών. Έχει καταφέρει να είναι εκλεγμένο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ένα πολύ κλειστό κλαμπ 15 χωρών, οι οποίες συγκαθορίζουν τη διεθνή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Έχει καταφέρει να έχει στρατηγικές συμμαχίες, συμμαχίες με όλους όσους σήμερα φέρεται να είναι εκείνοι οι οποίοι προασπίζουν την ελευθερία και την ασφάλεια. Στρατηγική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με το Ισραήλ, με τις χώρες του Κόλπου, αλλά και με την Ινδία, δημιουργώντας έναν άξονα συμμαχιών που διευρύνει το αποτύπωμά της. Έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να υποστηρίξει τα εθνικά δίκαια, θέτοντας στο πεδίο τις δίκαιες αξιώσεις, αυτές που ερείδονται στο Διεθνές Δίκαιο. Έχει καταφέρει να αναπτύξει συμμαχίες, σχήματα τα οποία ενισχύουν όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και συνολικά τον Ελληνισμό.

Και βεβαίως, τα τελευταία χρόνια έχουμε στηριχθεί πάνω σε ένα τρίπτυχο, το οποίο γιγάντωσε πιστεύω την πατρίδα μας: ισχυρή διπλωματία, ανθεκτική οικονομία και αναβαθμισμένη άμυνα. Σήμερα, η Ελλάδα είναι πιο ισχυρή από ποτέ. Το απέδειξε η πρόσκληση της αδελφής Κύπρου να στηρίξουμε με τα αμυντικά μέσα, τα οποία διαθέτουμε. Δεν χωρούσε καμία άλλη απάντηση, παρά μόνο εκείνη, την οποία λάβαμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Θα ενισχύσουμε με κάθε τρόπο την Κύπρο, έτσι ώστε οι απειλές αυτές να πέσουν στο κενό. Είναι ένα ιστορικό χρέος αδελφού προς αδελφό.

Και ταυτόχρονα ενισχύσαμε την άμυνα των νησιών μας. Αναφέρθηκε προηγουμένως ο Περιφερειάρχης γλαφυρά στις εικόνες, τις οποίες είδαμε με τη μετακίνηση ισχυρών συστημάτων, τα οποία - θέλω να το επισημάνω - είναι συστήματα αμυντικά. Η Ελλάδα δεν έχει καμία επιθετική βλέψη έναντι οποιουδήποτε. Είναι μέσα στο γονιδίωμά της να μην έχει αυτή την επιθετικότητα. Έχει όμως μια πάρα πολύ ισχυρή θέληση να υποστηρίξει τα εθνικά της δίκαια χωρίς εκπτώσεις και σε ό, τι αφορά τα δικά μας νησιά είναι κάτι από το οποίο εμείς δεν θα αποστούμε ποτέ. Η αμυντική διάταξη της χώρας μας, η αμυντική θωράκιση των νησιών μας, είναι για μας η πρώτη και απόλυτη προτεραιότητά μας και σε αυτό δεν πρόκειται να κάνουμε πίσω ποτέ.

Ξέρετε, η ισχύς είναι ένα πάρα πολύ σχετικό μέγεθος. Την ισχύ δεν χρειάζεται να την επιβάλλεις ούτε να την προβάλλεις. Η ισχύς είναι κάτι που αποδεικνύεται από τη βούληση και την προαίρεση και την αντίληψη των άλλων για τη δική σου ισχύ. Σήμερα, ο πρωθυπουργός αποφάσισε να ανταποκριθεί στο αίτημα της γειτονικής Βουλγαρίας να στηρίξουμε με τα μέσα τα αμυντικά που διαθέτουμε την άμυνα της Βουλγαρίας, μετακινώντας κάποιες μονάδες εντός της ελληνικής επικράτειας - και πάλι αμυντικού χαρακτήρα - έτσι ώστε να διασφαλισθεί η ευρύτερη γειτονιά μας από τυχόν επιθετικές ενέργειες. Σκεφτείτε, η μικρή Ελλάδα ανταποκρίνεται σήμερα που μιλάμε στα αιτήματα άλλων χωρών για να παρέχει περιφερειακή ασφάλεια.

Ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει τα τελευταία χρόνια ήταν ένας χρόνος πολύ μεγάλης ισχύος. Ήταν μεγάλης ισχύος, γιατί η Ελλάδα, βγαίνοντας από μια οδυνηρή οικονομική κρίση, μπόρεσε να σταθεί στα πόδια της. Μπόρεσε να ενισχύσει τους πολίτες της. Όχι όσο θα έπρεπε. Χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση και χρειάζεται μεγαλύτερη ενίσχυση, ιδίως σε ό,τι αφορά τις ακριτικές της περιοχές. Κατάφερε να φύγει από τη λογική του μαύρου προβάτου της ευρωπαϊκής οικογένειας και να καταστεί ένας πολύ ισχυρός πόλος, στην πραγματικότητα να καταστεί ένας επισπεύδων σε ό,τι αφορά τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Μια εξωστρεφής Ελλάδα στήριξε την άμυνά της, η οποία για πολλά χρόνια, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, υπολείπετο, έτσι ώστε σήμερα να μπορούμε να καμαρώνουμε για τον στόλο, τον οποίο έχουμε αναβαθμίσει, για τις δυνατότητες που μας παρέχουν τα πολεμικά μας αεροσκάφη, η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, τα οποία δίνουν την αίσθηση της πραγματικής δύναμης, όχι γιατί αυτό είναι κάτι το οποίο για εμάς είναι αναγκαίο, αλλά κυρίως διότι αυτό είναι εκείνο, το οποίο αισθανόμαστε ως υποχρέωση να χτίσουμε για τις επόμενες γενιές των Ελλήνων, οι οποίες θα έρθουν. Διότι πάντοτε, όταν επιλέγεις μια πολιτική, το πρώτο που πρέπει να σκέφτεσαι είναι τι θα αφήσεις στις επόμενες γενιές, όπως άφησαν οι ηρωικοί συμπατριώτες μας, οι οποίοι διατήρησαν επί αιώνες, από τον 14ο αιώνα, οι Δωδεκανήσιοι, μια ελληνική ψυχή, ένα ελληνικό πνεύμα, μια ελληνική παιδεία. Δεν αλλοίωσαν τα χαρακτηριστικά τους. Επέμεναν στην ενσωμάτωση με την Ελλάδα, έτσι ώστε στο τέλος της ημέρας να μπορέσει να κερδηθεί. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη. Γιατί εκείνο το οποίο εμείς έχουμε ως υποχρέωση απέναντι στις προηγούμενες γενιές είναι στην ουσία η δέσμευσή μας απέναντι στις μελλοντικές γενιές.

Και θέλω να πω κλείνοντας και προτού ευχαριστήσω και πάλι για την ιδιαίτερη τιμή την οποία είχα σήμερα να βρίσκομαι ανάμεσά σας, ότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα πολλαπλασίασε την ισχύ της. Σήμερα όχι μόνο διαθέτει την ισχύ, αλλά διαθέτει και την παράσταση της ισχύος. Και αυτό το αναγνωρίζουν όλοι. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο νομίζω θα χαίρονταν οι ψυχές όλων των Δωδεκανησίων, όλων των γενεών που πέρασαν. Χρόνια πολλά σε όλους.

6 Μαρτίου, 2026