ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Καλώς ήρθατε. Σας ευχαριστούμε πολύ. Καθίστε. Και μας βλέπει και ο κύριος Χανιώτης. Μας ακούει και μας βλέπει. Εμείς τον βλέπουμε σίγουρα. Τώρα τον βλέπετε και εσείς. Έχουμε τον κύριο Υπουργό. Να ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι το brain drain απασχολεί και το Υπουργείο Εξωτερικών και έχετε προσπαθήσει να κάνετε κάποιες δράσεις πάνω σε αυτό. Έχει αποδώσει κάτι;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Νομίζω η επιχείρηση είναι να επανατοποθετηθεί η Ελλάδα στον κόσμο. Και στο πλαίσιο αυτό το Υπουργείο Εξωτερικών προσπαθεί, ιδίως μέσω της οικονομικής διπλωματίας και της εξωστρέφειας, να φέρει δράσεις, οι οποίες έχουν απτό περιεχόμενο. Ανάμεσα σε αυτές είναι το Στρατηγικό Σχέδιο για τον Απόδημο Ελληνισμό 2024-2027. Έχουμε συντάξει ένα Μνημόνιο Συνεργασίας με την ΔΥΠΑ, έτσι ώστε να έχουμε τη δυνατότητα να παρέχουμε κίνητρα για προσέλκυση των νέων ανθρώπων που έχουν διαρρεύσει στο εξωτερικό. Και μια σειρά από δράσεις, τις οποίες συντονίζουμε μαζί με το Υπουργείο Εργασίας, κατά τρόπο ώστε να δημιουργούμε συνθήκες τέτοιες στο εξωτερικό για να μπορούμε να είμαστε ελκυστικοί, ιδίως στα παιδιά υψηλών προσόντων, τα οποία έφυγαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έχουμε αποτέλεσμα;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Έχουμε πάρα πολύ συγκεκριμένα και απτά αποτελέσματα. Ήδη έχουμε κάνει τέσσερις δράσεις στο εξωτερικό. Η τελευταία στη Στουτγάρδη προ τριημέρου, όπου συνολικώς έχουν παρασταθεί περί τα 5.000 άτομα. Θέλω να πω ότι εκείνο το οποίο είναι σημαντικό είναι να μπορούμε να έχουμε πολύ συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Στις Ημέρες Καριέρας, οι οποίες γίνονται στο εξωτερικό, κυρίως με ευθύνη του Υπουργείου Εργασίας έχουμε εργοδότες, οι οποίοι πηγαίνουν στο εξωτερικό και στην πραγματικότητα προσελκύουν τους ανθρώπους. Θέλω να σας πω ότι είναι συγκλονιστική η ανταπόκριση από τους νέους ανθρώπους, οι οποίοι αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο εξωτερικό, αλλά αισθάνομαι ότι έχουν έντονους συναισθηματικούς δεσμούς με την Ελλάδα και υπό συνθήκες θα ήθελαν να επιστρέψουν. Ένα συγκεκριμένο σημαντικό στατιστικό είναι το γεγονός ότι περίπου 2/3 από τους ανθρώπους που έφυγαν λόγω κρίσης έχουν επιστρέψει στην Ελλάδα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πολύ σωστά το λέτε. Έχουν επιστρέψει, αλλά επιστρέφουν για να επανασυνδεθούν με την οικογένειά τους, γιατί αγαπούν την πατρίδα τους. Συνεπάγεται η συζήτηση για την επιστροφή των ανθρώπων που έφυγαν και αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Και αναρωτιέμαι τι ρόλο μπορεί να παίξει προς αυτή την κατεύθυνση και ποιες δράσεις εκπονεί το Υπουργείο σας.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Θέλω να σας πω το εξής. Εγώ προσπαθώ να έρθω όσο το δυνατόν πιο κοντά στην ψυχολογία των νέων παιδιών, τα οποία άφησαν την πατρίδα τους με πόνο, για να δω τι θα ήταν εκείνο, το οποίο θα ήταν αρκετά δελεαστικό για να τους επαναφέρει στη χώρα. Και επειδή, όπως γνωρίζετε, επί αρκετά χρόνια, δεκαετίες είχα την επικοινωνία με τους νέους λόγω της ακαδημαϊκής μου ιδιότητας, μπορώ να σας πω ότι αισθάνομαι ότι, πέρα από το ζήτημα το αμιγώς οικονομικό, δηλαδή κατάλληλες συνθήκες επιβίωσης, εργασία υπό αξιοπρεπείς όρους, αξιοπρεπείς μισθοί, νομίζω εκείνο το οποίο είναι πολύ σημαντικό είναι και παράγοντες, οι οποίοι δεν συνδέονται αμιγώς με την ευημερία, όπως είναι παραδείγματος χάριν η εμπέδωση μιας ιδέας αξιοκρατίας. Τα νέα παιδιά απαιτούν αξιοκρατία και κυρίως να υπάρχει μια προβλεψιμότητα και σταθερότητα για τη ζωή τους. Νομίζω αυτή την ώρα και στα δύο επίπεδα προσπαθούμε να κάνουμε σημαντικά βήματα. Προσπαθούμε ως Ελλάδα να έχουμε ένα καθεστώς, στο οποίο να αισθάνεται συναισθηματικά ασφαλής αυτός που θα επιστρέψει στην Ελλάδα. Να αισθάνεται ότι μπορεί να οργανώσει τη ζωή του, μπορεί να οργανώσει την οικογένειά του, να έχει εκείνες τις παραστάσεις οι οποίες θα τον βοηθήσουν να ριζώσει ξανά στην πατρίδα. Υπάρχουν τα πολύ απτά και συγκεκριμένα κίνητρα, όπως είναι για παράδειγμα η φορολογική ελάφρυνση κατά το ήμισυ για την πρώτη επταετία όσων έχουν φύγει περισσότερο από πέντε χρόνια από την Ελλάδα και άλλα συγκεκριμένα κίνητρα. Όμως θέλω να σας πω, πόσο σημαντικό είναι να εμπεδωθεί στα νέα παιδιά αυτή η νέα τοποθέτηση της Ελλάδας. Ότι η Ελλάδα πλέον μπορεί να κοιτάει μπροστά. Μπορεί να κοιτάει με σταθερότητα και μπορεί να κοιτάει και με αισιοδοξία.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πάμε σε έναν διακεκριμένο Έλληνα του εξωτερικού, στον Άγγελο Χανιώτη. Κύριε καθηγητά, εκτός του ότι μια πρώτη δική σας τοποθέτηση θα έχει ενδιαφέρον, έχουμε και τον υπουργό εδώ, οπότε θα έχει ένα ενδιαφέρον περαιτέρω. Θα θέσετε και εσείς ένα θέμα, ένα ζήτημα μάλλον. Σας ευχαριστούμε κιόλας.
Α. ΧΑΝΙΩΤΗΣ: Ναι, και εγώ σας ευχαριστώ. Μιλάω όχι μόνο με την ακαδημαϊκή μου ιδιότητα. Αλλά και ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της μη κερδοσκοπικής εταιρείας «Κόμβος - Δίκτυο του Παγκόσμιου Ελληνισμού» που ακριβώς προσπαθεί να εκμεταλλευτεί αυτό το τεράστιο δυναμικό, το οποίο υπάρχει στον απόδημο Ελληνισμό. Και πριν κάνω την ερώτησή μου στον κύριο Υπουργό, θα ήθελα να τονίσω πόσο σημαντικές είναι αυτές οι πρωτοβουλίες του τελευταίου διαστήματος, οι Ημέρες Καριέρας, που είναι πραγματικά μια πάρα πολύ σημαντική καινοτομία που ελπίζω να φέρει αποτελέσματα. Το ερώτημα, το οποίο θα ήθελα να θέσω εγώ είναι το εξής. Ήταν επίσης σημαντικό το Υπουργείο Εξωτερικών να διαμορφώσει μια στρατηγική για τα επόμενα χρόνια και σε μια παρέμβαση που είχε κάνει ο «Κόμβος». Στη στρατηγική αυτή είχαμε θεωρήσει ότι ένα πολύ σημαντικό σημείο είναι η χαρτογράφηση ακριβώς του ελληνικού δυναμικού που υπάρχει στο εξωτερικό. Όχι γενικά και αόριστα, αλλά μια στοχευμένη καταγραφή, παραδείγματος χάριν των Ελλήνων επιστημόνων, μια ηλεκτρονική καταγραφή των Ελλήνων, ιδίως των τελευταίων γενιών. Δηλαδή δεν μιλάω για την ομογένεια της δεύτερης και τρίτης γενιάς, μιλάω για τη Διασπορά. Και το λέω αυτό διότι ενώ είμαι στο εξωτερικό 39 χρόνια με ακαδημαϊκές θέσεις, μέχρι στιγμής ποτέ κανένα ελληνικό Προξενείο στις τρεις χώρες που έζησα και εργάστηκα και μάλιστα με αρκετά σημαντικές θέσεις - παραδείγματος χάριν, ως αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης - ποτέ κανένα Ελληνικό προξενείο κατά κάποιο τρόπο δεν ρώτησε τι κάνω και ποιος είμαι. Δεν με έχει καταγράψει. Ίσως να έχει τη διεύθυνσή μου για διάφορες εκδηλώσεις, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει κάποια συστηματική καταγραφή. Και ο λόγος που το ρωτάω αυτό είναι διότι υπάρχει ενδιαφέρον από οργανώσεις Ελλήνων επιστημόνων να βοηθήσουν μια τέτοια προσπάθεια. Όχι να το κάνει δηλαδή ο καθένας μόνος του, αλλά να συνεργαστούμε ακριβώς για μια τέτοια σημαντική πρωτοβουλία. Γιατί χωρίς καταγραφή νομίζω είναι πολύ δύσκολο να πετύχουμε αυτό, το οποίο επιδιώκουμε.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μάλιστα. Υπουργέ.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Κύριε καθηγητά, δεν ξέρω πως να σας ευχαριστήσω για την ευκαιρία που μου δίνετε να τοποθετηθώ σε ένα ζήτημα, το οποίο είναι πολύ υψηλής ευαισθησίας για το Υπουργείο Εξωτερικών και για μένα προσωπικά. Δηλαδή το επιστημονικό δυναμικό της Ελλάδας στον κόσμο. Δεν πρόκειται απλώς για την ήπια δύναμη της πατρίδας μας. Πρόκειται στην πραγματικότητα για έναν όρο επιβίωσης της χώρας αυτή τη στιγμή. Το δυναμικό, το οποίο βρίσκεται στο εξωτερικό - Έλληνες οι οποίοι δεν είναι μόνο Έλληνες κατά την ιθαγένεια, είναι Έλληνες κατά την ψυχή - είναι εκείνοι, οι οποίοι μπορούν να αποτελέσουν μια ζωοποιό δύναμη για να ανανεώσουμε τον Ελληνισμό.
Θέλω να σας πω ότι και εγώ εκπλήσσομαι κάθε φορά που βρίσκομαι στο εξωτερικό και συναντώ Έλληνες οι οποίοι διαπρέπουν πλέον παντού, όπου και να βρίσκομαι, όπου και να υπάρχει Ελληνισμός αυτή τη στιγμή. Διαπρέπουν πολύ υψηλών προσόντων άνθρωποι. Τελευταία βρέθηκα στη Βοστώνη. Συγκλονιστική η παρουσία του ελληνικού επιστημονικού δυναμικού. Εγώ και με την πρώην ακαδημαϊκή μου ιδιότητα βρίσκομαι πάντοτε με πρώην φοιτητές μου, οι οποίοι αυτή τη στιγμή αποτελούν την αφρόκρεμα του επιστημονικού δυναμικού όλων των χωρών. Θέλω να σας πω- και αυτό το λέω με πόνο - ότι η Ελλάδα εκπαιδεύει τα παιδιά. Τους δίδει τις αρχές όχι μόνο τις ακαδημαϊκές, αλλά και τις συναισθηματικές, τις ψυχικές αρχές, τις οποίες φέρουν τις ηθικές αρχές. Δυστυχώς στη συνέχεια έχουν αναγκαστεί πολλά παιδιά να φύγουν στο εξωτερικό. Είναι υποχρέωση της Πολιτείας να παρέχει τέτοιου τύπου κίνητρα για την επιστροφή. Και πραγματικά, όπως σωστά λέει ο καθηγητής, ο κ. Χανιώτης, η διαμόρφωση ενός καταλόγου, στον οποίο θα περιλαμβάνεται όλο το ελληνικό δυναμικό ανά τον κόσμο υψηλών προσόντων και δεξιοτήτων, Έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού, αποτελεί ένα τεράστιο έργο. Έχει ήδη εκκινήσει για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχουμε ήδη ξεκινήσει να καταγράφουμε τους εκλογικούς καταλόγους με τη βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας. Τα επόμενα δύο χρόνια πιστεύω ότι θα έχουμε έναν πλήρη κατάλογο. Σκοπός μας είναι το επιστημονικό αυτό δυναμικό, όχι κατ’ ανάγκη να γυρίσει - μακάρι να γυρίσει ένα σημαντικό μέρος. Σκοπός μας είναι να διατηρήσει ζωντανούς τους δεσμούς που έχει με την πατρίδα.
Και θέλω να τονίσω κλείνοντας, το πόσο σημαντικό είναι να υπάρξουν στοχευμένες δράσεις, οι οποίες θα αφορούν ειδικά το επιστημονικό μας δυναμικό. Για παράδειγμα, θεωρώ πάρα πολύ σπουδαία την πρωτοβουλία, η οποία έχει αναληφθεί έτσι ώστε να αναγνωριστεί ο χρόνος της ειδικότητας που λαμβάνουν οι Έλληνες, οι οποίοι βρίσκονται στο εξωτερικό και ασκούν το επάγγελμα της ιατρικής, στην Αμερική, έτσι ώστε να μπορούν να επιστρέψουν υπό καλούς όρους, έτσι όπως δεν γινόταν στο παρελθόν. Και πιστεύω ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουμε να ανακτήσουμε ένα κομμάτι από το χαμένο μας δυναμικό. Διότι αυτό που συνέβαινε μέχρι πρότινος ήταν ότι δεν αναγνωριζόταν η ειδικότητα. Άρα κατ’ αυτό τον τρόπο δεν ήταν δυνατή η επιστροφή τους, διότι ξαφνικά βρίσκονταν σε ένα καθεστώς, στο οποίο δεν αναγνωριζόταν ούτε καν η υπηρεσία, η εμπειρία την οποία είχαν αποκτήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με τον τρόπο αυτό ελπίζουμε και να έχουμε επιστροφή επιστημονικού δυναμικού και να ενισχύσουμε και το δικό μας Εθνικό Σύστημα Υγείας.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ακούσαμε τον κύριο Χανιώτη από το Πρίνστον, απάντησε ο κ. Γεραπετρίτης. Τι θα λέγατε να ακούσουμε και το επιστημονικό, το εξειδικευμένο δυναμικό εδώ. Η κυρία Εσκιάδη. Το ερώτημα στον κύριο Υπουργό.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Καλησπέρα. Θα ήθελα να σας ρωτήσω το εξής. Γιατί να μείνω στην Ελλάδα, μια χώρα η οποία δαπανά μεγάλο μέρος των χρημάτων της στον εξοπλισμό λόγω των απειλών που δέχεται από την Τουρκία; Τι έχετε να πείτε γι’ αυτό;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Καταλαβαίνω ότι εδώ η ερώτηση δεν είναι αμιγώς θέμα brain regain, αλλά αγγίζει πολύ περισσότερες πτυχές. Θέλω να σας πω το ακόλουθο. Και όπως όσοι με γνωρίζουν καλά, έχουν εικόνα ότι δεν αποφεύγω ποτέ τις απαντήσεις. Θέλω να σας πω καταρχάς ότι ένας νέος μπορεί σήμερα να σταδιοδρομήσει στην Ελλάδα. Μπορεί να σταδιοδρομήσει, διότι πλέον υπάρχουν δουλειές, οι οποίες είναι καλά αμειβόμενες. Δεν λέω ότι είναι όλα ρόδινα. Μακάρι να ήταν, αλλά δεν είναι. Όμως θέλω να πω ότι βρισκόμαστε σε μια καλή τροχιά. Έχουμε διαρκή δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Οι όποιες θέσεις εργασίας είναι αρκετά υψηλών προσόντων και δεξιοτήτων. Έχουν δημιουργηθεί 500.000 νέες θέσεις εργασίας. Είμαστε πρωταθλητές στη μείωση της ανεργίας, στη μείωση του δημοσίου χρέους, στην αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων. Άρα, αυτήν τη στιγμή μπορεί κάποιος να υποθέσει με βεβαιότητα ότι εάν δεν έχουμε κάποια ασύμμετρη απειλή να συντρέξει, η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα καθεστώς κανονικότητας, προβλεψιμότητας και μπορώ να πω και αισιοδοξίας.
Σε ό,τι αφορά τα κομμάτια των εξοπλιστικών δαπανών. Δυστυχώς η Ελλάδα δεν έχει αμυντική βιομηχανία. Είναι ένα ζήτημα που μας πληγώνει όλους. Και τούτο σε αντιδιαστολή με άλλες χώρες, και μάλιστα της γειτονιάς μας, οι οποίες έχουν αναπτύξει αυτοτελή αμυντική βιομηχανία. Γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια να ανασυγκροτηθεί η αμυντική βιομηχανία. Παρά ταύτα, η Ελλάδα εξακολουθεί να δαπανά ένα πολύ σημαντικό ποσό σε αμυντικές δαπάνες. Θέλω να τονίσω ότι αυτό είναι αναγκαίο. Και είναι αναγκαίο, διότι πέρα από τους όποιους κινδύνους στη γειτονιά μας - θέλω να σας θυμίσω ότι στην ευρύτερη γειτονιά μας έχουμε δύο πολέμους, οι οποίοι παρά το γεγονός ότι ο ένας ήδη τρέχει 3,5 χρόνια και ο άλλος ενάμιση χρόνο, δεν έχουν επηρεάσει την οικονομική διάσταση της ελληνικής πολιτείας - όλοι καταφεύγουμε σε μια λογική ενίσχυσης αμυντικής. Έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια μεγαλύτερη ομπρέλα, δηλαδή μια αρχιτεκτονική ασφαλείας, η οποία δεν θα στηρίζεται μόνο στα διεθνή, αλλά θα στηρίζεται και στις εγχώριες υποδομές και στις δυνατότητες. Άρα, υπό τις συνθήκες, είναι αναγκαίο να ενισχυθούμε. Δυστυχώς ενισχυόμεθα με αγορές, αντί να παράγουμε ένα σημαντικό μέρος. Σε κάθε περίπτωση, είναι αναγκαίο.
Σε ό,τι αφορά την Τουρκία που με ρωτήσατε, αυτή τη στιγμή τα δεδομένα είναι γνωστά. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια τροχιά σημαντικής ανάπτυξης. Είναι στο σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι στον σκληρό πυρήνα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, είναι σε όλα τα κέντρα λήψης απόφασης. Εμείς δεν θα πούμε ποτέ ότι ετεροκαθοριζόμαστε. Δεν είμαστε επιλήσμονες. Ξέρουμε τι σημαίνει Τουρκία. Ξέρουμε τα ιστορικά βάρη του παρελθόντος. Προσπαθούμε να χτίσουμε μια γειτονιά ειρήνης και ευημερίας. Έχουν γίνει βήματα.
Να σας πω ένα απλό. Πριν από δυο-τρία χρόνια τα νησιά μας κατακλύζονταν από παράτυπους μετανάστες που έρχονταν από την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Σήμερα έχουμε, στα 12 τουλάχιστον νησιά μας χάρη στη σύντομη θεώρηση της ελληνικής Πολιτείας, περισσότερους από 100.000 επισκέπτες από την Τουρκία, οι οποίοι έρχονται και ενισχύουν την τοπική οικονομία των νησιών μας. Παράλληλα όμως δημιουργούν και συνθήκες, αν θέλετε, περισσότερης ευαισθητοποίησης μεταξύ των λαών.
Σκοπός μας είναι να έχουμε μια Ελλάδα, η οποία θα είναι αυτοτελώς ισχυρή. Θα είναι μέσα στα μεγάλα κέντρα αποφάσεων, θα έχει αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη και θα είναι ένας πυλώνας ισορροπίας στη γειτονιά. Βεβαίως προετοιμαζόμαστε για όλα. Είμαστε πάντοτε σε μία ισχυρή θέση. Είμαστε σε επαγρύπνηση. Σκοπός μας είναι η ειρήνη και η ευημερία. Γι’ αυτό να καθίσετε εδώ. Μην πάτε πουθενά.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Επειδή αναφερθήκατε στην αμυντική βιομηχανία και στην Τουρκία. Η Τουρκία φιλοδοξεί να μπει στο σκληρό πυρήνα του επανεξοπλισμού της Ευρώπης. Εμείς καταφέραμε να θωρακίσουμε τα συμφέροντά μας στο SAFE, στο ReArm, με δεδομένο ότι έχει αγοράσει και εταιρεία στην Ιταλία; Και πως μπορεί αυτό να επηρεάσει, ας πούμε, αυτή της η θέληση, το casus belli.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Αντιλαμβάνομαι την αιτιώδη συνάφεια με το αντικείμενο της συζήτησής μας σήμερα, αλλά δεν θα αποφύγω να σας απαντήσω. Καταρχάς να θέσουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Η Τουρκία δεν μπαίνει συνολικά στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Μπαίνει σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, το οποίο θα χρηματοδοτήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Και άρα πρόκειται για συγκεκριμένου χρόνου, συγκεκριμένου προγράμματος και συγκεκριμένου ποσού πρόγραμμα, στο οποίο θα μπουν και τρίτες χώρες. Kαι βεβαίως οι χώρες οι οποίες είναι υπό ένταξη, όπως είναι η Τουρκία. Άρα είναι 150 δισεκατομμύρια για τέσσερα έτη. Όλα τα υπόλοιπα χρήματα θα κινηθούν εντός της εσωτερικής ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Αυτή είναι η πρώτη διάσταση.
Η δεύτερη διάσταση. Θέλω να σας θυμίσω ότι η συζήτηση δεν είναι σημερινή. Η Ελλάδα και η Τουρκία από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 είναι μέλη της ίδιας αμυντικής ομπρέλας, του ΝΑΤΟ. Και άρα κατά τούτο ήδη έχουμε δεχθεί, για περισσότερα από 75 χρόνια, ότι θα συνυπάρχουμε σε ό,τι αφορά το ευρωατλαντικό δόγμα.
Τρίτο και πιο βασικό και έρχομαι στην ουσία της ερώτησής σας. Εμείς, κυρία Φωτάκη, και εγώ προσωπικά, μεριμνούμε πάντοτε, έτσι ώστε να διασφαλίζονται σε μείζονα βαθμό τα εθνικά μας συμφέροντα. Ο κανονισμός SAFE - διότι αντιλαμβάνομαι ότι μιλάτε γι’ αυτόν - είναι ένα τεχνικό εργαλείο. Είναι μια νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αφορά τη διαδικασία με την οποία θα γίνονται οι αμυντικές δαπάνες, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο θα γίνονται οι συμβάσεις με τρίτα κράτη. Ο κανονισμός αυτός δεν δίδει, λόγω της φύσης και του περιεχομένου του, δικαίωμα βέτο στις χώρες. Διότι ακούω συχνά στον δημόσιο λόγο «μα γιατί δεν ασκείτε βέτο; Γιατί δεν μπλοκάρετε;» Γιατί απλούστατα δεν προβλέπεται. Εδώ έχουμε μια περίπτωση, όπου η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία. Και επειδή αντιλαμβανόμαστε ότι η κρίσιμη μάζα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέλει να είναι ανοικτή η αγορά των εξοπλισμών για πολλούς λόγους για οικονομικούς, γεωπολιτικούς λόγους, εμείς εκείνο, το οποίο οφείλουμε να κάνουμε, είναι να θέτουμε όσο το δυνατόν πιο μπροστά τα θέματα της εθνικής μας ασφάλειας.
Τι κάναμε λοιπόν; Ενόσω, επαναλαμβάνω, ο κανονισμός αυτός ο τεχνικός για την ένταξη τρίτων κρατών στον κανονισμό για τους ευρωπαϊκούς εξοπλισμούς ψηφίζεται με πλειοψηφία, εμείς καταφέραμε και έχουμε βάλει ένα δεύτερο επίπεδο, το οποίο απαιτείται. Δηλαδή κάθε φορά που ένα τρίτο κράτος, είτε είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, είτε είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, είτε η Τουρκία, επιθυμεί να μπει σε αυτό το πρόγραμμα εξοπλιστικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να απαιτείται μια διμερής συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του κράτους μέλους. Στη διμερή αυτή συμφωνία υπάρχει δικαίωμα αρνησικυρίας όλων των κρατών μελών, άρα απαιτείται ομοφωνία. Και μάλιστα κυρία Φωτάκη, καταφέραμε να περάσουμε και ρητή διάταξη, σύμφωνα με την οποία, στις συμφωνίες που γίνονται με τρίτα κράτη θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν και τα εθνικά ζητήματα ασφαλείας.
Άρα προσέξτε λίγο την εικόνα. Ενόσω εμείς δεν είχαμε κανένα δικαίωμα να μπλοκάρουμε τον κανονισμό, εξασφαλίσαμε χάρη στην επίμονη διπλωματία μας, χάρη στο σημαντικό κεφάλαιο το οποίο έχουμε με τους Ευρωπαίους εταίρους μας και επειδή περνάει ο λόγος μας, καταφέραμε και εξασφαλίσαμε, έτσι ώστε η οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία με κράτος εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης να περνάει από την Ελλάδα. Αυτό δεν προβλεπόταν. Θα μπορούσε να μην είχε γίνει. Έγινε χάρη στην Ελλάδα. Και θέλω να σας θυμίσω ότι σε αυτό το πρότζεκτ υπάρχουν και άλλοι, οι οποίοι συμφώνησαν. Όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένης της Κύπρου.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας. Καταρχήν θα ήθελα να μας πείτε πότε θα γίνει, γιατί είχατε πει εντός του θέρους. Θα αξιοποιήσετε αυτές τις βλέψεις της Τουρκίας, ώστε να πετύχουμε κάτι παραπάνω διμερώς;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Μία μη σταθερή χώρα θα είναι ελκυστική για τους νέους να επιστρέψουν; Θέλω να το πω αυτό και να καταγράφω στα πρακτικά της σημερινής εξαίρετης ημερίδας σας. Η Ελλάδα είναι μια σταθερή, ισχυρή χώρα, έχει μια ακμάζουσα οικονομία, έχει μια ισχυρή άμυνα σήμερα και κυρίως έχει ένα πολύ μεγάλο διπλωματικό αποτύπωμα.
Θέλω όμως να σας πω και το εξής. Η Ελλάδα έχει φροντίσει τα τελευταία χρόνια, έτσι ώστε να μην έχει ανοιχτά μέτωπα. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε ανοικτά μέτωπα με καμία χώρα. Μπορεί σήμερα να συζητάμε για τα ιστορικά βάρη του παρελθόντος με την Τουρκία ή με άλλες χώρες. Εγώ γνωρίζω ότι φροντίσαμε εγκαίρως, πριν φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση, η οποία είναι η πιο ασύμμετρη κατάσταση από τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχουμε φροντίσει, έτσι ώστε η Ελλάδα να μην έχει ανοιχτό μέτωπο με καμία χώρα. Άρα, ολοκληρώνοντας, να πω το ακόλουθο. Η Ελλάδα καταφέρνει να είναι στρατηγικός εταίρος του Ισραήλ, αλλά να έχουμε μία απολύτως αδελφική σχέση με τα αραβικά κράτη. Καταφέρνουμε να έχουμε αυτή τη στιγμή σχέση με όλες τις ισχυρές δυνάμεις, σε μια στιγμή τεκτονικών αλλαγών γεωπολιτικών. Και αυτό νομίζω είναι το πιο σημαντικό κεφάλαιο, το οποίο έχουμε αυτή τη στιγμή. Και νομίζω ότι με αυτό πρέπει να πείσουμε τους νέους ανθρώπους ότι εδώ μπορούν να οραματιστούν ένα μέλλον, το οποίο θα είναι ευημερούν.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εγώ θα ρωτήσω και κάτι ακόμα για τη Μονή του Σινά, διότι θα πάτε στην Αίγυπτο. Δεν γίνεται. Θα πάτε στην Αίγυπτο. Τι συμβαίνει με αυτή την υπόθεση; Έχουμε πολλούς μύθους και αλήθειες εδώ. Να το ξεκαθαρίσουμε.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Να πω το εξής. Η Ελλάδα επιχειρούσε μια συμφωνία για να μπορέσει να λυθεί ένα θέμα, το οποίο ανατρέχει δεκαετίες, αν όχι αιώνες. Kαι το οποίο αφορούσε για το νομικό καθεστώς της Μονής και το περιουσιακό. Ουσιαστικά δηλαδή να διευθετηθούν τα ζητήματα, τα οποία ανατρέχουν στο παρελθόν. Γνωρίζαμε ότι υπήρχε και μια αντιδικία για τα θέματα αυτά. Υπήρχε σε εξέλιξη μια συζήτηση και είχαμε σχεδόν προχωρήσει σε ένα σχέδιο συμφωνίας μεταξύ της Μονής και της τοπικής κυβέρνησης. Εν μέσω των διαπραγματεύσεων αυτών και πριν την ολοκλήρωση μεσολάβησε η δικαστική απόφαση, η οποία έχει γίνει viral καταλαβαίνω στην Ελλάδα και για την οποία όλοι τοποθετούνται χωρίς να την έχουν δει την απόφαση. Είναι μια απόφαση πολύ σύνθετη τεχνικά. Απόφαση Εφετείου, η οποία πρακτικώς εκείνο το οποίο αναφέρει είναι ότι υπάρχει ένα εις το διηνεκές δικαίωμα των μοναχών να εγκαταβιούν στην Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Όρους Σινά. Διασφαλίζεται ο λατρευτικός και ο ελληνορθόδοξος χαρακτήρας. Δεν αναφέρεται στο ιδιοκτησιακό της Μονής και επιπλέον καθορίζει ότι οι χώροι, οι οποίοι είναι μη λατρευτικοί - γιατί υπάρχουν περιβάλλοντες χώροι, οι οποίοι είναι κυρίως εμπορικών χρήσεων - σε αυτούς τους χώρους έχει ιδιοκτησία το αιγυπτιακό δημόσιο.
Άρα αυτή τη στιγμή έχουμε ένα καλό, το οποίο είναι ότι πλέον με δικαστική απόφαση αναγνωρίζεται ο αέναος χαρακτήρας της Μονής και από την άλλη πλευρά έχουμε ζητήματα ιδιοκτησιακά, τα οποία ανακύπτουν. Θέλω να πω ότι δυστυχώς προέτρεξαν πολλοί να σχολιάσουν την απόφαση. Άκουσα το πρωί περί έξωσης των μοναχών και επιστροφής τους, το μεσημέρι άκουσα για δήμευση, το βράδυ για καταστροφή των ελληνοαιγυπτιακών σχέσεων. Θέλω να πω ότι σε ζητήματα τόσο δύσκολα, με μεγάλο γεωπολιτικό αποτύπωμα, αλλά και ρίσκο, θα πρέπει να είμαστε πάρα πολύ εχέφρονες. Ειδικά όταν μιλάμε για τη διμερή σχέση της Ελλάδας με μία χώρα, όπως είναι η Αίγυπτος, η οποία είναι πάρα πολύ κρίσιμη για τα γεωπολιτικά μας συμφέροντα. Άρα ο καθένας ο οποίος μιλάει με ευκολία για τα ζητήματα αυτά, καλό θα ήταν να το σκεφτεί δύο φορές.
Εγώ θέλω να πω ότι την Τετάρτη πράγματι, ηγούμενος μιας ελληνικής αντιπροσωπείας, θα πάω στο Κάιρο. Θα συναντήσω τον Υπουργό Εξωτερικών της Αιγύπτου, με τον οποίο διατηρώ μια εξαιρετική σχέση. Τις τελευταίες ημέρες μιλώ περισσότερο από ό,τι μιλώ με τα παιδιά μου με τον Αιγύπτιο Υπουργό Εξωτερικών. Νομίζω ότι όπως είδατε όλοι ότι η αρχική θέση της αιγυπτιακής Προεδρίας από τον Πρόεδρο Sisi, αλλά και το Υπουργείο Εξωτερικών, την ίδια ημέρα που προέκυψε το ζήτημα, ήταν πάρα πολύ σαφής. Η αιγυπτιακή πλευρά εμμένει στους δεσμούς φιλίας και αδελφοσύνης με την Ελλάδα. Αυτό θα προσπαθήσουμε να εμπεδώσουμε. Να έχουμε μια συμφωνία, η οποία θα επιλύει τα ζητήματα που παραμένουν εκκρεμή μετά τη δικαστική απόφαση. Είναι μια δύσκολη διπλωματική συζήτηση, αλλά έχω μια συγκρατημένη αισιοδοξία ότι θα μπορέσουμε να τα καταφέρουμε, έτσι ώστε να διασφαλιστεί τόσο το ιδιοκτησιακό, όσο και το λατρευτικό κομμάτι μίας Μονής, η οποία για τον ελληνορθόδοξο κόσμο, για την για την παράδοση της θρησκείας μας αποτελεί ένα σύμβολο αιώνων.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Βεβαίως, κύριε Υπουργέ, θα ήθελα να σας θέσω το εξής ερώτημα, όντας ερευνήτρια στον χώρο της δημοσιογραφίας. Πήρατε πρόσφατα μια απόφαση στο Συμβούλιο του ΟΗΕ. Ήθελα να σας ρωτήσω το εξής, που αφορά την ασφάλεια των δημοσιογράφων. Μπορούν οι διεθνείς οργανισμοί, πέρα από το να ασχοληθούν με την ασφάλεια των δημοσιογράφων, να κάνουν κάτι και για το ζήτημα της αιματοχυσίας που γίνεται στη Γάζα. Και η Ελλάδα, όντας προεδρεύουσα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, τι σκοπεύει να κάνει γι’ αυτό; Σας ξαναλέω, δεν είναι για το retain regain, είναι για το background μου ως ερευνήτριας.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Λοιπόν, θέλω να σας πω τα ακόλουθα και χαίρομαι που έθεσε η κα Εσκιάδη το θέμα αυτό. Έχει δύο πτυχές. Έχει το ζήτημα της προστασίας των δημοσιογράφων, ιδίως σε εμπόλεμες συρράξεις, και έχει και το ζήτημα της Γάζας και τι κάνει η Ελλάδα σε σχέση με τη Γάζα. Θέλω να σας πω ότι για το πρώτο, για το θέμα της προστασίας των δημοσιογράφων, εγώ αισθάνομαι υπερήφανος - και το λέω με ταπεινότητα - για το γεγονός ότι μετά από δέκα χρόνια, από το 2015, όταν και υπήρξε η ψήφιση του Ψηφίσματος 2222 του Συμβουλίου Ασφαλείας για την προστασία των δημοσιογράφων, είχαμε μια ρητή αναφορά για την προστασία δημοσιογράφων σε εμπόλεμες ζώνες.
Δυστυχώς έχουμε δύο αρνητικά ρεκόρ. Έχουμε αρνητικό ρεκόρ εμπόλεμων συρράξεων στον κόσμο. Σε 195 χώρες στον ΟΗΕ έχουμε 130 ένοπλες συρράξεις. Είναι ένα σοκαριστικό δεδομένο, το οποίο δεν μπορεί παρά να μας καθιστά εξαιρετικά ανήσυχους. Και το δεύτερο είναι ότι έχουμε ένα ρεκόρ θανάτων αμάχων και δημοσιογράφων. Και για τους δημοσιογράφους θέλω να πω ότι δεν είναι απλώς το επαγγελματικό ή το ηθικό ζήτημα ότι οι ίδιοι θυσιάζουν τη ζωή τους για την υπηρεσία του επαγγέλματος. Είναι ένα θέμα, το οποίο έχει να κάνει με την ίδια την πληροφορία, η οποία σήμερα βάλλεται. Όλο αυτό το σύστημα παραπληροφόρησης, το οποίο αναπτύσσεται - και δυστυχώς η υψηλή τεχνολογία πολλές φορές χρησιμοποιείται με εντελώς λανθασμένο τρόπο - πρέπει να υπηρετείται από το φυσικό πρόσωπο δημοσιογράφου. Είναι ένα λειτούργημα, το οποίο για μένα σήμερα έχει αξία όχι απλά ως επάγγελμα ενημέρωσης, αλλά ως προϋπόθεση της δημοκρατίας. Αλήθεια, εάν δεν υπάρξει ελεύθερη δημοσιογραφία, ελεύθερη ροή πληροφορίας προς τους πολίτες, δεν θα υπάρξει ποτέ αληθής δημοκρατία. Διότι η δημοκρατία στηρίζεται στην αληθινή ενημέρωση. Άρα, αισθάνομαι πραγματική υπερηφάνεια για το γεγονός ότι η Ελλάδα, στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας, κινητοποίησε 80 κράτη. Και είχα την τιμή να εκφωνήσω εγώ την κοινή δήλωση για λογαριασμό των 80 κρατών στις εγκαταστάσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, όπου ρητώς είπαμε για την ανάγκη προστασίας των δημοσιογράφων σε καθεστώς ένοπλων συρράξεων.
Για τη Γάζα. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ανοικτές πληγές της οικουμένης. Και είχαμε το θάρρος, παρά το γεγονός ότι έχουμε μια στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, να πούμε ότι αυτό το οποίο συμβαίνει δεν μπορεί να είναι ανεκτό. Θεωρούμε - και ήμασταν οι πρώτοι που το είπαμε- ότι θα πρέπει να υπάρξει μια απρόσκοπτη ροή ανθρωπιστικής βοήθειας. Μεριμνήσαμε εμείς οι ίδιοι, με δική μας πρωτοβουλία, με πρωτοβουλία της Ελλάδας, έτσι ώστε να ανοίξουν περισσότερα περάσματα, να αυξηθεί η ανθρωπιστική βοήθεια, να παραμείνει η Αρχή για την ενίσχυση των Παλαιστινίων, η οποία βάλλεται πανταχόθεν. Να ενισχυθεί η Παλαιστινιακή Αρχή, που είναι ο συνομιλητής μας στην Παλαιστίνη. Και με τεράστια δυσκολία και προσωπική επιμέλεια και του δικού μου γραφείου να μπορούμε σήμερα να έχουμε - δεν το διαφημίζουμε, είναι μια πραγματικότητα - στα ελληνικά νοσοκομεία παιδάκια τραυματισμένα από τη Γάζα. Και προσπαθούμε διαρκώς να φέρνουμε.
Ερώτηση. Είναι αρκετό; Η απάντηση είναι όχι. Είναι ένα ζήτημα ηθικό, ανθρωπιστικό. Πρέπει αμέσως να σταματήσουν οποιεσδήποτε εχθροπραξίες. Από την άλλη πλευρά, θέλω να πω ότι η Ελλάδα βρίσκεται πάντοτε στο προσκήνιο αυτών των πρωτοβουλιών. Και θα συνεχίσουμε να είμαστε. Ήμασταν ένα μήνα στην Προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών τον μήνα Μάιο. Και 22 Μαΐου είχαμε μια συνεδρίαση στην οποία προήδρευσα εγώ για την προστασία των αμάχων, κυρίως στη Γάζα, και 28 Μαΐου είχαμε συζητήσει ειδικά για τα ανθρωπιστικά ζητήματα. Νομίζω ότι είναι υποχρέωση της ανθρωπότητας. Και το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε εμείς είναι ο καθένας να βοηθάει κατά το μέρος που μπορεί.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ευχαριστούμε κύριε Υπουργέ.
2 Ιουνίου, 2025