Περιβάλλον – Κλιματική Αλλαγή

H διεθνής κοινότητα ξεκίνησε την προσπάθεια της προστασίας του περιβάλλοντος από τη δεκαετία του 1970. H αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προκλήσεων, οι οποίες ανακύπτουν όλο και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια, έχει αποκτήσει σημαντικές διεθνείς διαστάσεις λόγω της πολυπλοκότητας, αλληλεξάρτησης, του διασυνοριακού και του πλανητικού χαρακτήρα τους. Η αλληλένδετη φύση των παγκόσμιων περιβαλλοντικών προκλήσεων και κρίσεων, συμπεριλαμβανομένης της κλιματικής αλλαγής, της απώλειας της βιοποικιλότητας και της ρύπανσης, καθώς και της διαχείρισης των υδάτων, της ερημοποίησης, της αποψίλωσης των δασών και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης των ωκεανών, απαιτεί επείγουσες και συλλογικές απαντήσεις από τη διεθνή κοινότητα. Ορισμένες δε παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή και η διαχείριση των υδάτων, έχουν προεκτάσεις και στον τομέα της διεθνούς ασφάλειας.

Η ΕΕ, αντιλαμβανόμενη ότι η κλιματική αλλαγή, εκτός από τη μεγαλύτερη ίσως πρόκληση της εποχής, αποτελεί και σημαντική ευκαιρία για την οικοδόμηση ενός νέου οικονομικού μοντέλου, πρότεινε το μετασχηματισμό της οικονομίας και της κοινωνίας μέσω της υιοθέτησης της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας (ΕΠΣ) (EU Green Deal, 12/2019). Η ΕΠΣ αποσκοπεί στον μετασχηματισμό της Ένωσης σε μια δίκαιη και χωρίς αποκλεισμούς ευημερούσα κοινωνία, με μια οικονομία σύγχρονη, ανταγωνιστική και αποδοτική ως προς τη χρήση πόρων, στην οποία έως το 2050 οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα έχουν καταστεί κλιματικά ουδέτερες. Η Ελλάδα αναγνωρίζει την ΕΠΣ ως τον οδικό χάρτη δράσεων, ο οποίος μπορεί να διαδραματίσει ζωτικό ρόλο και στην πράσινη μετάβαση, κατευθύνοντας τις συλλογικές προσπάθειες της ΕΕ σε μια βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς οικονομική ανάπτυξη.

Η Ελλάδα έχει θέσει το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής και της ασφάλειας μεταξύ των προτεραιοτήτων της θητείας της, ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την περίοδο 2025-26. Συμμετέχει, επίσης, ενεργά σε πολυμερείς συναντήσεις στο πλαίσιο των αρμοδίων διεθνών οργανισμών, καθώς και στην προσπάθεια για τη βελτίωση της παγκόσμιας περιβαλλοντικής διακυβέρνησης. Παράλληλα, ως μέλος της ΕΕ συνεργάζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη διαμόρφωση ενός προωθημένου πλαισίου για την προστασία του περιβάλλοντος.

Οι Περιβαλλοντικές Επιδόσεις της χώρας μας για την δεκαετία 2009-2019 συνοψίζονται στην τελική Έκθεση των Περιβαλλοντικών Επιδόσεων (OECD – Environmental Performance Review – Greece), η οποία εκδόθηκε στις 5 Οκτωβρίου 2020 από τον ΟΟΣΑ. Το πλήρες κείμενο της έκθεσης βρίσκεται εδώ. Πιο πρόσφατα στοιχεία μπορούν να αντληθούν στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΕΑ – European Environment Agency) εδώ.

Βιώσιμη Ανάπτυξη

Η υιοθέτηση της Agenda 2030 των Ηνωμένων Εθνών για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, καθώς και των 17 Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ) από όλα τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ, τον Σεπτέμβριο του 2015, αποτελεί ορόσημο για τη διεθνή κοινότητα καθώς για πρώτη φορά τέθηκαν διεθνώς «οικουμενικοί» στόχοι, τους οποίους καλούνται να υλοποιήσουν όλες οι χώρες από κοινού, τόσο ανεπτυγμένες όσο και αναπτυσσόμενες. Στο πλαίσιο αυτό, η Agenda 2030 αποτελεί τον οδικό χάρτη της διεθνούς κοινότητας για την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης έως το 2030, δηλαδή μίας οικονομικής ανάπτυξης που θα εγγυάται την κοινωνική ευημερία χωρίς αποκλεισμούς και την προστασία του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, προς όφελος όχι μόνο των σημερινών αλλά και των μελλοντικών γενεών.

Υπό αυτό το πρίσμα, όλοι οι ΣΒΑ είναι μεταξύ τους αλληλένδετοι και, ως εκ τούτου, για την επίτευξή τους απαιτείται μία ολοκληρωμένη προσέγγιση όλων των τομέων πολιτικής. Για την Ελλάδα, οι ΣΒΑ παρέχουν μία σημαντική ευκαιρία προς ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, με ισορροπία μεταξύ των τριών πυλώνων (οικονομικός, κοινωνικός, περιβαλλοντικός). Η υλοποίησή τους, δε, υπερβαίνει τις δυνατότητες της Κυβέρνησης και των Υπουργείων, καθώς απαιτεί τη συνεργασία του συνόλου των κοινωνικών εταίρων, από τον ιδιωτικό τομέα και την τοπική αυτοδιοίκηση, έως την Ακαδημαϊκή κοινότητα, την κοινωνία των πολιτών και τις ΜΚΟ, οι οποίοι θα πρέπει να συμπράξουν για την επίτευξή τους. Η Ελλάδα εργάζεται για την προσαρμογή των ΣΒΑ στις εθνικές προτεραιότητες, πολιτικές και ανάγκες, τη συνοχή των τομεακών πολιτικών για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη καθώς και τη διαμόρφωση μιας φιλόδοξης εθνικής Στρατηγικής για την εφαρμογή τους έως το 2030.

Κλιματική Αλλαγή

Η Κλιματική Αλλαγή αποτελεί παγκόσμια περιβαλλοντική και αναπτυξιακή πρόκληση, οι επιπτώσεις της οποίας επιδρούν σε όλους τους τομείς, όπως στους υδάτινους πόρους, την ενέργεια, την παραγωγή τροφίμων και στην ανθρώπινη υγεία. Προς αντιμετώπισή της, στη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (Ρίο, 1992) υιοθετήθηκε η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (United Nations Framework Convention on Climate Change – UNFCCC). Στη συνέχεια, το 1997 υιοθετήθηκε το Πρωτόκολλο του Κιότο, το οποίο εισήγαγε νομικά δεσμευτικούς στόχους μείωσης των εκπομπών για τις αναπτυγμένες μόνο χώρες.

Το 2015, στο Παρίσι, κατά την 21η Διάσκεψη των ΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή (COP21), τα Μέρη της Σύμβασης-Πλαίσιο υιοθέτησαν μια νέα καθολική και νομικά δεσμευτική παγκόσμια συμφωνία για το κλίμα, τη «Συμφωνία των Παρισίων» (Paris Agreement). Αυτή η Συμφωνία, η οποία αποτελεί την πρώτη μείζονα πολυμερή συμφωνία του 21ου αιώνα, καθορίζει ένα παγκόσμιο σχέδιο δράσης με στόχο να περιοριστεί η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα των 2°C, ει δυνατόν στον 1,5°C, ώστε να αποφευχθούν οι επικίνδυνες κλιματικές μεταβολές.

Συμμετέχοντας ενεργά στις υπό εξέλιξη διεθνείς διαπραγματεύσεις για την κλιματική αλλαγή και στηρίζοντας τις προσπάθειες της ΕΕ να ηγηθεί του αγώνα για την αντιμετώπιση του φαινομένου, η Ελλάδα:

  • είναι από τις πρώτες χώρες που επικύρωσαν την Συμφωνία των Παρισίων (2015),
  • παραμένει προσηλωμένη στις δεσμεύσεις της Συμφωνίας,
  • υποστηρίζει την ταχεία υλοποίησή της από όλα τα Μέρη,
  • στηρίζει τους στόχους της ΕΕ για μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 και κατά 90% έως το 2040, σε σχέση με το 1990, και την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050,
  • έχοντας πετύχει τους στόχους που είχε θέσει για το 2020, έχει ενσωματώσει τους φιλόδοξους στόχους της ΕΕ στο εθνικό θεσμικό και στρατηγικό πλαίσιο,
  • έχει σημειώσει σημαντικά βήματα στην κλιματική προσαρμογή με την υιοθέτηση Εθνικής Στρατηγικής και τη θέσπιση Εθνικού Συμβουλίου προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, καθώς και την εκπόνηση Περιφερειακών Σχεδίων Προσαρμογής,
  • αναδεικνύει το θέμα της διασύνδεσης της κλιματικής αλλαγής με την ασφάλεια, ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (2025-2026).

Ο Εθνικός Κλιματικός Νόμος, που ψηφίστηκε το 2022 (Ν.4936/2022/17.05.2022), προβλέπει, μεταξύ άλλων, μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% έως το 2030 και κατά 80% έως το 2040, σε σχέση με το 1990, με απώτερο στόχο την κλιματική ουδετερότητα το 2050. Βασική παράμετρο της προσπάθειας αυτής αποτελεί η οριστική παύση της λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2028.

Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) αποτελεί έναν αναλυτικό οδικό χάρτη για την επίτευξη συγκριμένων Ενεργειακών και Κλιματικών Στόχων έως το έτος 2030. Το ΕΣΕΚ παρουσιάζει και αναλύει Προτεραιότητες και Μέτρα Πολιτικής σε ένα ευρύ φάσμα αναπτυξιακών και οικονομικών δραστηριοτήτων προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας.

Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί ότι, έχοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, η Ελλάδα παρουσίασε το 2019 τη διεθνή πρωτοβουλία «Addressing climate change impacts on cultural and natural heritage», προτρέποντας την διεθνή κοινότητα να αναλάβει δράση. Στην ιστοσελίδα της πρωτοβουλίας έχουν αναρτηθεί πλείονα στοιχεία για την πρόοδό που έχει πραγματοποιηθεί προς την κατεύθυνση υλοποίησης της ελληνικής πρωτοβουλίας.

Βιοποικιλότητα

Η Ελλάδα, λόγω της μεγάλης ποικιλίας κλιματολογικών και γεωμορφολογικών συνθηκών, διαθέτει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα βιοποικιλότητας στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο, με πολύ υψηλό βαθμό ενδημισμού, καθώς και ένα σχεδόν αναλλοίωτο φυσικό περιβάλλον που χαρακτηρίζει μεγάλα τμήματά της. Για το λόγο αυτό, κύριο μέλημά της είναι η ανάσχεση των απωλειών της βιοποικιλότητας και η προστασία και αποκατάσταση των ευαίσθητων βιοτόπων και των υψηλής αξίας οικοσυστημάτων.

Η χώρα μας έχει μια μακρόχρονη πολιτική προστασίας του περιβάλλοντος, με νομοθεσία από το 1930 για την θέσπιση εθνικών δρυμών, είναι μια από τις πρώτες χώρες παγκοσμίως που υιοθέτησε το 1986 νόμο-πλαίσιο για την προστασία του περιβάλλοντος και οι αρχές της προστασίας του περιβάλλοντος ενσωματώνονται στο Σύνταγμά της. Η «Εθνική Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα 2014-2029» και το σχετικό «Πενταετές Πρόγραμμα Δράσης» θέτουν τρεις γενικούς στόχους στρατηγικής: την ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας, την ανάδειξη της βιοποικιλότητας ως εθνικού φυσικού κεφαλαίου και την εντατικοποίηση της συμβολής της Ελλάδας στην παγκόσμια αποτροπή της απώλειας βιοποικιλότητας.

Παραμένοντας προσηλωμένη στην προστασία, τη διατήρηση και την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων της, η Ελλάδα διαθέτει 446 περιοχές στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Παράλληλα, η χώρα μας υποστηρίζει ενεργά την Στρατηγική της ΕΕ για τη Βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, καθώς και το Παγκόσμιο Πλαίσιο για την Βιοποικιλότητα για την μετά το 2020 περίοδο (Kunming–Montreal Global Biodiversity Framework), συμπεριλαμβανομένου του παγκόσμιου στόχου “30by30”, δηλαδή του στόχου για την προστασία τουλάχιστον του 30% των χερσαίων εδαφών και του 30% των θαλασσών σε παγκόσμιο επίπεδο έως το 2030.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα δημιουργεί δύο νέα Εθνικά Θαλάσσια Πάρκα, στο Ιόνιο και στο Νότιο Αιγαίο (Νότιες Κυκλάδες), με στόχο την ενίσχυση της προστασίας της θαλάσσιας βιοποικιλότητας και τη διατήρηση και αποκατάσταση κρίσιμων οικοτόπων. Με τα νέα Θαλάσσια Πάρκα επιτυγχάνεται ο εθνικός στόχος 30by30 πολύ πριν το 2030 και παράλληλα η αποτελεσματικότερη προστασία της Μεσογείου.

Δράση για τους Ωκεανούς

Η προστασία των ωκεανών και των θαλασσών αποτελεί κεντρική προτεραιότητα της περιβαλλοντικής δράσης της Ελλάδας, ως χώρας με εκτεταμένη ακτογραμμή, ισχυρή ναυτική παράδοση και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη βιώσιμη διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Η χώρα υποστηρίζει την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας για την προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας, την αντιμετώπιση της θαλάσσιας ρύπανσης, την προώθηση της βιώσιμης γαλάζιας οικονομίας και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και έχει ήδη λάβει δραστικά και στοχευμένα μέτρα προς αυτήν την κατεύθυνση.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα διοργάνωσε στις 16-17 Απριλίου 2024 στην Αθήνα την 9η Διεθνή Διάσκεψη «Our Ocean Conference» (OOC-9), στοχεύοντας στην αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων που προκύπτουν από την ισορροπία μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και προστασίας του περιβάλλοντος. Το Συνέδριο ολοκλήρωσε τις εργασίες του με 471 νέες δεσμεύσεις ύψους τουλάχιστον 11,35 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα ανακοίνωσε 21 νέες φιλόδοξες δεσμεύσεις, ύψους 780 εκατομμυρίων ευρώ, που αφορούν στους έξι τομείς δράσης του OOC. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των εργασιών του, διοργανώθηκε από την Ελλάδα μια ειδική συνεδρία αφιερωμένη στη Μεσόγειο. Οι σχετικές δεσμεύσεις κατανέμονται σε τομείς, όπως η κλιματική αλλαγή, η βιώσιμη αλιεία, η γαλάζια οικονομία, οι θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, η θαλάσσια ασφάλεια και η ρύπανση. Μεταξύ των προτεραιοτήτων της Ελλάδας ήταν η ανάδειξη και άλλων σημαντικών ζητημάτων, όπως ο βιώσιμος τουρισμός, η αντιμετώπιση της ρύπανσης από πλαστικά και μικροπλαστικά, η πράσινη ναυτιλία και η πράσινη μετάβαση της Μεσογείου.

Παράλληλα, η Ελλάδα είναι σταθερά προσηλωμένη στον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και στην εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) ενώ, η Θαλάσσια Ασφάλεια έχει συμπεριληφθεί μεταξύ των προτεραιοτήτων της θητείας της Ελλάδας ως εκλεγμένο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την περίοδο 2025-26.

Επιπλέον, η Ελλάδα έχει επικυρώσει τη «Συμφωνία στο πλαίσιο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας σχετικά με τη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας σε περιοχές πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας» (BBNJ Agreement), υποστηρίζει την έκκληση για προληπτική παύση των εξορύξεων στα βαθέα ύδατα της θάλασσας (deep sea mining) και συμμετέχει στον εθελοντικό συνασπισμό χωρών «Πρωτοπόροι των Ωκεανών» (Ocean Pioneers Coalition).

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στα πρώτα κράτη που υπέγραψαν την ιδρυτική συνθήκη του του Διακυβερνητικού Οργανισμού «Mercator», ενισχύοντας τη συμμετοχή της σε πρωτοβουλίες που συνδέουν την επιστημονική γνώση, την ψηφιακή τεχνολογία και τη διεθνή διακυβέρνηση των ωκεανών. Ο Οργανισμός θα παρέχει δεδομένα, αναλύσεις και προγνώσεις για το θαλάσσιο περιβάλλον, το κλίμα και τη ναυτιλία, με κεντρικό εργαλείο το «Ψηφιακό Δίδυμο των Ωκεανών», μια δυναμική ψηφιακή αναπαράσταση των θαλασσών που θα ενημερώνεται σε πραγματικό χρόνο και θα υποστηρίζει την ανάλυση κρίσιμων φαινομένων, όπως η κλιματική αλλαγή, η θαλάσσια ρύπανση και οι μεταβολές του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Επιπροσθέτως, η Ελλάδα έχει κυρώσει και εφαρμόζει τη Διεθνή Σύμβαση για την Πρόληψη της Ρύπανσης από πλοία (MARPOL), στο Παράρτημα V της οποίας περιλαμβάνεται η πλήρης απαγόρευση της απόρριψης στη θάλασσα πλαστικών από τη συνήθη λειτουργία των πλοίων.

Η Ελλάδα πρωτοστάτησε στην υιοθέτηση (Ιούνιος 2025) του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τους Ωκεανούς, μια πρωτοβουλία που συγκεντρώνει τις πολιτικές της ΕΕ για τους ωκεανούς σε ένα ενιαίο, συνεκτικό πλαίσιο για την καλύτερη προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος, την προώθηση μιας βιώσιμης γαλάζιας οικονομίας και την υποστήριξη της ευημερίας των παράκτιων και νησιωτικών κοινοτήτων. Το Σύμφωνο στοχεύει στην υιοθέτηση μιας ολιστικής προσέγγισης, προωθώντας τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, των περιφερειών και των ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των αλιέων, άλλων επαγγελματιών της γαλάζιας οικονομίας, των επενδυτών, των επιστημόνων και της κοινωνίας των πολιτών, καθορίζοντας μια σειρά από σημαντικές δράσεις για τα επόμενα χρόνια.

Μεσόγειος – Σύμβαση Βαρκελώνης

Η Σύμβαση της Βαρκελώνης «για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των παράκτιων περιοχών της Μεσογείου» υιοθετήθηκε το 1976 από τις χώρες της Μεσογείου και την τότε ΕΟΚ με σκοπό το συντονισμό των δράσεών τους και τη λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων για την πρόληψη, καταπολέμηση και εξάλειψη της ρύπανσης της Μεσογείου και την βελτίωση του θαλασσίου και παρακτίου περιβάλλοντός της. Η Συντονιστική Μονάδα – Γραμματεία της Σύμβασης της Βαρκελώνης (UNEP-MAP) φιλοξενείται από το 1981 στην Αθήνα. Το 1995, τα κράτη μέλη υιοθέτησαν την τροποποιημένη Σύμβαση της Βαρκελώνης με νέο τίτλο: «Σύμβαση για την Προστασία του Θαλασσίου Περιβάλλοντος και της Παράκτιας Περιοχής της Μεσογείου».

Η Ελλάδα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην προστασία της Μεσογείου, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση των πολυδιάστατων περιφερειακών προκλήσεων της κλιματικής αλλαγής, της μείωσης της βιοποικιλότητας, καθώς και της χερσαίας και θαλάσσιας ρύπανσης. Ως ιδρυτικό μέλος της Σύμβασης της Βαρκελώνης/Μεσογειακού Σχεδίου Δράσης (UNEP-MAP) για την προστασία της Μεσογείου συμμετέχει ενεργά στην προσπάθεια για την προστασία και τη βιώσιμη ανάπτυξη της Μεσογείου, προωθώντας εμπράκτως την περιφερειακή συνεργασία. Επιπλέον, στηρίζει τον διάλογο μεταξύ των μεσογειακών χωρών για την αντιμετώπιση των κοινών προκλήσεων, συμπεριλαμβανομένης της κλιματικής αλλαγής.

Επιπλέον, η Ελλάδα, μαζί με άλλες χώρες και το UNEP-MAP, συμμετέχει στη γαλλική πρωτοβουλία PAMEx – Plan of Action for a Model Mediterranean Sea (Σχέδιο Δράσης για μια υποδειγματική Μεσόγειο θάλασσα), η οποία στοχεύει στην προστασία της Μεσογείου, καθώς και στην επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης στην περιοχή έως το 2030. Κατά την περίοδο 2024-2025 ασκούσε την Προεδρία της Πρωτοβουλίας.

Κυκλική Οικονομία

Στο πλαίσιο της βιώσιμης ανάπτυξης, η κυκλική οικονομία αποτελεί προτεραιότητα για την Ελλάδα. Η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλού άνθρακα με βελτιστοποίηση της χρήσης των πόρων μέσω της κυκλικής οικονομίας είναι πρωτεύουσας σημασίας, ώστε να διασφαλισθεί η προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, να ενισχυθεί η πράσινη ανάπτυξη με σκοπό την κοινωνική ευημερία και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.
Η κυκλική οικονομία έχει ενταχθεί στην αναπτυξιακή εθνική στρατηγική και, στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα επιδιώκει να μειώσει σημαντικά, εντός των επόμενων ετών, τα πλαστικά απορρίμματα που καταλήγουν στο θαλάσσιο περιβάλλον, τα μικροπλαστικά και τα πλαστικά μιας χρήσης.

Δίκτυο Πράσινης Διπλωματίας της ΕΕ
Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συνεκλήθη στη Θεσσαλονίκη το 2003 συμφωνήθηκε να προωθηθεί η ένταξη του περιβάλλοντος στις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ με τη δημιουργία ενός άτυπου δικτύου αρμοδίων στελεχών των Υπουργείων Εξωτερικών των Κρατών Μελών, του «Δικτύου Πράσινης Διπλωματίας» (Green Diplomacy Network). Η πρώτη συνάντηση του Δικτύου πραγματοποιήθηκε κατά την Ελληνική Προεδρία στις 25.06.2003 στην Αθήνα και από το 2012 λειτουργεί πλέον στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης της ΕΕ (ΕΥΕΔ).
Το Δίκτυο Πράσινης Διπλωματίας προωθεί τη συντονισμένη δράση της εκτεταμένης διπλωματικής εκπροσώπησης της ΕΕ και των κρατών-μελών της προς επίτευξη των διεθνών στόχων τους για το περιβάλλον και κυρίως για την κλιματική αλλαγή. Επίσης, διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών, απόψεων και βέλτιστων πρακτικών για τα περιβαλλοντικά θέματα και την κλιματική διπλωματία μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών των κρατών μελών και της ΕΥΕΔ καθώς και το διάλογο σχετικά με την ενσωμάτωση των θεμάτων αυτών στην ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική.

Σχετικοί σύνδεσμοι:
ccich.gr
sdgs.un.org
www.unfccc.int
https://www.cbd.int/
https://ypen.gov.gr/
https://www.unep.org/unepmap/
https://www.eeas.europa.eu/eeas/climate-environment-energy_en

4 Ιουνίου, 2026