Photo credits: Μάριος Αϋφαντής
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Στην τηλεφωνική μας γραμμή είναι ο Υπουργός Εξωτερικών, κ. Γεραπετρίτης, με τον οποίο θα κάνουμε πρεμιέρα της φετινής σεζόν. Τον ευχαριστούμε πάρα πολύ που βρήκε αυτόν τον χρόνο, γιατί ξέρουμε ότι το πρόγραμμά του είναι πάρα πολύ σφιχτό. Καλή σας μέρα, κύριε Υπουργέ.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Καλημέρα, Υπουργέ.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Καλημέρα σας, καλή αρχή να έχετε. Κάθε καλό σας εύχομαι.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Και εμείς στη δύσκολη δουλειά σας, Υπουργέ μας.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Λοιπόν, να το πω έτσι πιο γενικά στην αρχή και μετά πάμε στα ειδικά. Έχουμε ένα διάστημα τελευταίο, στο οποίο η Τουρκία έχει ανεβάσει πάρα πολύ τους τόνους σε διάφορα επίπεδα. Έχει ανοίξει ένα μεγάλο καλάθι, όπως συνηθίζει να κάνει, και βάζει μια σειρά από ζητήματα, τα οποία μας αφορούν άμεσα, και το κλίμα έχει φορτιστεί ιδιαίτερα. Έχουμε και μια Διακήρυξη των Αθηνών που υποτίθεται εξασφάλισε - όχι υποτίθεται, εξασφάλισε - για ένα χρονικό διάστημα ηρεμία. Τώρα όμως αυτή η ηρεμία δεν φαίνεται να υπάρχει. Και δεν μιλάω μόνο για τις παραβάσεις και τις παραβιάσεις που έχουμε τους τελευταίους μήνες. Μιλάω και για τις πρωτοβουλίες, πλέον, της Άγκυρας, τα πάρκα, τις αντιδράσεις στις ελληνικές πρωτοβουλίες και όλα τα υπόλοιπα.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Να τα δούμε λοιπόν, πώς έχουν τα πράγματα. Με τη Διακήρυξη των Αθηνών, τον Δεκέμβριο του 2023, εκείνο το οποίο κάναμε με την Τουρκία ήταν να έχουμε έναν δομημένο διάλογο. Δηλαδή να οργανώσουμε τη συζήτησή μας κατά τρόπο ώστε να μπορεί να παράγεται ένα αποτέλεσμα, το οποίο κατά βάση είναι να αποφεύγονται οι εντάσεις, οι οποίες μεταβολίζονται σε κρίσεις. Εκεί, αυτό το οποίο καταγράφηκε ήταν ότι οι δύο χώρες δεν αφίστανται από τις βασικές τους θέσεις. Είναι προφανές, ότι δεν περιμέναμε ότι η Τουρκία θα αποστεί από θέσεις, τις οποίες έχει διατυπώσει από δεκαετίες. Το ανυπόστατο δόγμα της «γαλάζιας πατρίδας» ή των γκρίζων ζωνών ή της αποστρατιωτικοποίησης δεν είναι κάτι σημερινό, ανατρέχει δεκαετίες και είναι κάτι, το οποίο δυστυχώς η Τουρκία συνεχίζει να το υιοθετεί και να το προωθεί. Από την άλλη πλευρά, εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι να δούμε κατά πόσον, στο διάστημα το οποίο μεσολάβησε, η Τουρκία και η Ελλάδα μπόρεσαν να διαχειριστούν μία κατάσταση, η οποία δεν ήταν εύκολη. Θέλω να σας θυμίσω ότι πριν από το 2023, περάσαμε φάση πολύ μεγάλης κρίσης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε σύρραξη. Τι καταφέραμε λοιπόν; Καταφέραμε, αν μη τι άλλο, να αποφύγουμε τις μεγάλες κρίσεις. Καταφέραμε να έχουμε συντριπτική μείωση των παραβιάσεων. Καταφέραμε να έχουμε πλήρη διαχείριση του μεταναστευτικού - να σας παραπέμψω στο τι συνέβαινε πριν από το 2023, πολύ περισσότερο πριν από το 2019, στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τι συμβαίνει σήμερα. Άρα, αυτά είναι τα θετικά της συζήτησης. Από την άλλη πλευρά, οι αξιώσεις της Τουρκίας παραμένουν. Και παραμένουν με τρόπο που εκφράζεται πολλές φορές με επιθετικό τρόπο και είναι κάτι το οποίο εμάς προφανώς μας ενοχλεί και θα το θέτουμε όπως πρέπει, και στην ίδια την Τουρκία και σε όλα τα διεθνή fora.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:Θα πάμε αμέσως μετά σε αυτό, Υπουργέ, ήθελα να σας ρωτήσω, απλώς είναι θετικός απολογισμός έως τώρα της Διακήρυξης των Αθηνών και κυρίως ισχύει και σήμερα; Εκτιμάτε δηλαδή ότι είναι ενεργή η Διακήρυξη των Αθηνών;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Η απάντηση, κατά την άποψή μου, είναι διττή. Το πρώτο σκέλος είναι ότι εξακολουθεί, βεβαίως, και ισχύει, διότι η Διακήρυξη των Αθηνών είναι ένας μηχανισμός δομημένου διαλόγου για την αποσυμπίεση των κρίσεων. Εξακολουθεί να ισχύει. Και αν μου επιτρέπετε, το κρίσιμο εδώ είναι να έχουμε μία βασική κατανόηση, ότι ακόμη και αν διαφωνείς, οφείλεις να συζητάς. Κατ’ εξοχήν θα πρέπει να συζητάς όταν διαφωνείς, διότι διαφορετικά είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα οδηγηθείς σε μείζονα κρίση. Και πολύ σωστά, όλες οι κυβερνήσεις στο παρελθόν συζητούσαν με την Τουρκία. Από την άλλη πλευρά, το να συζητάς, προφανώς και δεν σημαίνει ότι υποχωρείς από τις εθνικές σου θέσεις. Το ακριβώς αντίθετο ισχύει. Και εδώ πάω στο δεύτερο σκέλος. Ωφέλησε αυτή η πολιτική διαλόγου με την Τουρκία στο να βελτιώσει η Ελλάδα την θέση της διεθνώς και εσωτερικά; Η απάντηση είναι κατηγορηματική. Η Ελλάδα σήμερα είναι σε μία πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με αυτήν που βρισκόταν το 2023. Έχει ενισχύσει τα διεθνή της ερείσματα, έχει διεθνείς συμμαχίες, τις οποίες δεν είχε ποτέ, έχει αποτύπωμα σε διεθνείς οργανισμούς και πολύ ισχυρό λόγο που περνάει. Από την άλλη πλευρά, ο χρόνος που μεσολάβησε μας έδωσε την ευκαιρία να ενισχύσουμε καθοριστικά τις εθνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Σήμερα μπορούμε να μιλάμε με άλλους όρους, στο μέτρο που η υπεροπλία, την οποία έχουμε αποκτήσει σε αέρα και θάλασσα μας δίνει αυτή τη δυνατότητα. Και βεβαίως, η ραγδαία ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μας δίνει στην πραγματικότητα ένα περιθώριο να έχουμε μία διαφορετική προσέγγιση.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:Να τα πάρουμε, λοιπόν, ένα ένα, Υπουργέ, για το καλώδιο, για την πόντιση, να περιμένουμε ότι μπορεί να αρχίσει η πόντιση εντός του έτους; Και σε σχέση με αυτό, θα ζητήσουμε τελικά άδεια για το καλώδιο από την Τουρκία ή μόνο θα γίνει μια ενημέρωση από τη γαλλική πλευρά; Και αν από τη γαλλική πλευρά, γιατί όχι από την ελληνική κυβέρνηση και το κάνει η γαλλική πλευρά;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Σε ό, τι αφορά την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, εκείνο το οποίο έχω να σας πω είναι εκείνο που πάντοτε έλεγα, ότι είναι ένα έργο κοινού ενδιαφέροντος, υρωπαϊκού κοινού ενδιαφέροντος, άρα έχει ευρωπαϊκή σημασία. Από τη στιγμή που χρηματοδοτείται και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οφείλει να γίνει σεβαστό από όλους. Θα πραγματοποιηθεί το έργο και θα πραγματοποιηθεί με βάση τον προγραμματισμό της εταιρείας. Σήμερα, η Meridiam έχει ένα πολύ καίριο ρόλο και το πλειοψηφικό πακέτο. Άρα, με βάση τον προγραμματισμό, τους επόμενους μήνες εκτιμούμε ότι θα επανεκκινήσει η έρευνα και πόντιση του καλωδίου.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Υπουργέ, συγγνώμη που σας διακόπτω. Εντός του έτους; Μέσα στο έτος θα γίνει αυτό;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, διότι αυτό εξαρτάται από τον προγραμματισμό της αναδόχου εταιρείας. Η εκτίμηση την οποία έχω είναι ότι, πράγματι, θα είναι μέσα στους επόμενους μήνες, πιθανότατα και εντός του 2026. Τώρα, σε ό, τι αφορά τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις κοινοποιήσεις, το Διεθνές Δίκαιο είναι πάρα πολύ σαφές. Δεν απαιτεί την άδεια της Τουρκίας, ούτε πρόκειται να ζητηθεί οποιαδήποτε άδεια της Τουρκίας. Είναι πολύ συγκεκριμένα τα ζητήματα αυτά. Ελλάδα, Γαλλία και Κύπρος έχουν μία απολύτως κοινή κατανόηση τόσο για τη σημασία του έργου όσο και για τον τρόπο με τον οποίο θα αναπτυχθεί. Η επικοινωνία, η οποία προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο, είναι κατά βάσιν για την προστασία των ναυτιλομένων. Είναι σημαντικό και για τη ναυτιλιακή κοινότητα και για τα παράκτια κράτη να έχουν μία εικόνα για το πώς θα κινηθεί το έργο, έτσι ώστε να μην υπάρχουν ατυχήματα στο πεδίο. Αυτό εξυπηρετεί, άλλωστε, και η έκδοση της NAVTEX, η οποία γίνεται από το κράτος θαλάσσιας δικαιοδοσίας. Άρα, τα ζητήματα είναι πάρα πολύ συγκεκριμένα. Άδεια δεν πρόκειται να ζητηθεί.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εκτιμάτε, ανησυχείτε ότι μπορεί η Τουρκία επί του πεδίου να δημιουργήσει προβλήματα; Εννοώ επεισόδιο θερμό.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Στη διαδικασία της πόντισης για παράδειγμα.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Εμείς είμαστε πάντοτε έτοιμοι για οποιοδήποτε σενάριο, από το πιο ήπιο έως το πιο έντονο. Αυτή είναι η δουλειά μας. Και ξέρετε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο, ο οποίος είναι πολυπολικός και εξαιρετικά απρόβλεπτος. Είμαστε στη δυσκολότερη, στην πιο σύνθετη συνθήκη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παντού και ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, όπου μαίνονται πόλεμοι. Εκείνο το οποίο θέλω να σας πω είναι ότι δεν ανησυχούμε. Έχουμε βεβαίως πολύ αυξημένη προσοχή στα ζητήματα αυτά. Εκείνο το οποίο κάνουμε και το κάνουμε με συνέπεια και με ευθύνη είναι να προετοιμαζόμαστε για κάθε σενάριο. Σήμερα είναι μια σημαντική ημέρα, δεδομένου του γεγονότος ότι θα υπογραφεί η διευρυμένη συμφωνία για την αμυντική ασφάλεια της χώρας με το Ισραήλ, φροντίζουμε κάθε μέρα να ενισχύουμε τη χώρα σε ό,τι αφορά την αμυντική της θωράκιση και να διευρύνουμε το διπλωματικό μας αποτύπωμα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η Τουρκία, αν αληθεύουν οι πληροφορίες οι οποίες έχουν δημοσιευθεί, μέσα στον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο, το αργότερο, νομοθετεί πλέον τη «γαλάζια πατρίδα», την κάνει νόμο του τουρκικού κράτους. Τι σημαίνει αυτό;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Το πρώτο είναι ότι δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα, εξ όσων γνωρίζω, όπως δεν γνωρίζουμε επίσης και το περιεχόμενο του συγκεκριμένου νομοσχεδίου. Άρα, θα πρέπει να έχουμε μία καλύτερη εικόνα. Ήδη για το ζήτημα αυτό έχουμε λάβει τα μέτρα μας, έχουν ενημερωθεί ως όφειλαν και οι αρμόδιες ευρωπαϊκές και διεθνείς αρχές. Το δεύτερο είναι ότι μία τέτοια ενέργεια εκ μέρους της Τουρκίας δεν παράγει κανένα εξωτερικό αποτέλεσμα. Είναι ένα ζήτημα, αν θέλετε, εσωτερικής κατανάλωσης. Το να υπάρξει ένας νόμος, ο οποίος καθορίζει ζητήματα θαλάσσιας δικαιοδοσίας δεν έχει καμία εξωτερική έννομη συνέπεια. Δεν είναι, για να το πω έτσι απλά, όπως ο δικός μας Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, ο οποίος έχει ισχύ ευρωπαϊκού κεκτημένου. Άρα, και σε επίπεδο ισχύος έχουμε μία, κατά την άποψή μου, ενέργεια εκ μέρους της Τουρκίας, η οποία συνιστά αντίδραση σε δικές μας πρωτοβουλίες, δηλαδή στον δικό μας Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, χωρίς καμία πρακτική εξωτερική έννομη συνέπεια. Θέλω όμως να σας πω το εξής, αν μου επιτρέπετε. Υπάρχει μία θεμελιώδης διαφοροποίηση σε σχέση με το παρελθόν και αυτή είναι το ότι για πρώτη φορά η Ελλάδα έχει την απόλυτη πρωτοβουλία των κινήσεων.
Δείτε τα λιγάκι σε προοπτική. Η Ελλάδα εκδίδει Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό με ισχύ ευρωπαϊκού κεκτημένου. Η Τουρκία ακολουθεί και θα εκδώσει έναν νόμο, από ό,τι διαφαίνεται, για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες. Η Ελλάδα θα αντιδράσει προφανώς, όπως κρίνει. Η Ελλάδα, δημοσιεύει θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα και ακολουθεί η Τουρκία με δικά της θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα. Η Ελλάδα μεριμνά για τη διευρυμένη αμυντική της θωράκιση, η Τουρκία ακολουθεί διεκδικώντας τη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή άμυνα και διεκδικώντας τη συμμετοχή της σε μερικά εξοπλιστικά προγράμματα. Άρα, εκείνο το οποίο διαφοροποιεί το σήμερα από το χθες είναι το ότι η Ελλάδα πια δεν ακολουθεί. Η Ελλάδα είναι μπροστά, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, και γνωρίζουμε τι θα ακολουθήσει. Δεν είμαστε αιθεροβάμονες να πιστεύουμε ότι εμείς θα αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες και η Τουρκία απλώς θα παρακολουθεί.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η αντιπολίτευση κ. Υπουργέ, ζητάει κυρώσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Να ζητήσει η κυβέρνηση κυρώσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακούσατε πολιτικούς αρχηγούς να το ζητούν.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Λοιπόν, είναι απλά τα πράγματα. Η αντιπολίτευση κατ’ αρχάς διαπνέεται από μία βαθύτατη υποκρισία. Γιατί; Διότι ουδέποτε η αντιπολίτευση, όταν ήταν σε θέση εξουσίας, δεν έκανε ούτε κατ’ ελάχιστον κάτι από αυτά τα οποία έχουν γίνει σήμερα. Για να είμαστε πάρα πολύ σαφείς. Η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ πιο ισχυρή. Δεν είχε ποτέ αυτές τις συμμαχίες, τις οποίες έχει σήμερα. Δεν είχε θαλάσσιο χωροταξικό με ισχύ ευρωπαϊκού κεκτημένου, δεν είχε έρευνα για υποθαλάσσιο πλούτο στο Λιβυκό. Άρα, αυτό είναι το πρώτο στοιχείο υποκρισίας. Το δεύτερο είναι το ζήτημα της Τουρκίας. Ενόσω όλοι συμφωνούν - και αυτό είναι προς τιμήν τους, αν θέλετε - τουλάχιστον, τα κόμματα τα οποία έχουν μία άλλη οπτική για την εθνική εξωτερική πολιτική, ότι πρέπει να συζητούμε με την Τουρκία. Από την άλλη πλευρά, οποιαδήποτε αντίδραση της Τουρκίας θεωρείται ότι θα πρέπει να μας εξωθεί στο να διεκδικούμε κυρώσεις κτλ. Μα είναι προφανές ότι όταν η Ελλάδα αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, θα υπάρχει αντίδραση και την αντίδραση που θα υπάρξει, την μετρούμε, την αξιολογούμε και πάντοτε από θέση ευθύνης ερχόμαστε και απαντούμε τεκμηριωμένα, και στους διεθνείς οργανισμούς και στο πεδίο.
Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι δεν θα πρέπει να ανησυχεί ούτε η αντιπολίτευση ούτε η ελληνική κοινωνία. Η ελληνική κυβέρνηση μεριμνά για τη διεύρυνση των εθνικών συμφερόντων. Ήδη έχει υπάρξει ενημέρωση των διεθνών οργανισμών, και ιδίως των ευρωπαϊκών αρχών, για τα ζητήματα τα οποία αφορούν τα ελληνοτουρκικά. Σε κάθε τυχόν αυθαιρεσία και επιθετικότητα θα υπάρχει και μία απάντηση εκ μέρους της ελληνικής Πολιτείας.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πάντως, αυτός που δείχνει να ανησυχεί περισσότερο από όλους που αναφέρατε, είναι ο Αντώνης Σαμαράς. Χθες, ο εκπρόσωπός του, σε μια δημόσια τοποθέτηση είπε ότι δεν μπορεί να υπάρχει προσωπική πολιτική, αλλά απαιτείται εθνική στρατηγική…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:...και ότι εσείς προσωπικά δεν κατανοείτε την ιστορία της παράταξης.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ακριβώς, και χαρακτήρισε την κυβερνητική προσέγγιση επικοινωνιακή και μικροπολιτική και ότι η πολιτική των ήρεμων νερών δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα πιο ήπια, λέω, από αυτά που έχουν ακουστεί έως τώρα από τον κ. Σαμαρά.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Και είναι πρώην Πρωθυπουργός.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Είναι σεβαστές οι απόψεις του καθενός, πολλώ δε μάλλον ενός πρώην πρωθυπουργού. Από την άλλη πλευρά, από τη στιγμή που ο ίδιος ασκεί κριτική, θα πρέπει να είναι κι ο ίδιος δεκτικός σε κριτική. Και ευτυχώς για όλους μας, τα αποτελέσματα της εξωτερικής πολιτικής δεν κρίνονται από τις ιδεοληψίες του καθενός, αλλά κρίνονται από αντικειμενικά δεδομένα - τι έχει εισφέρει στη χώρα μια εξωτερική πολιτική. Ας δούμε λοιπόν τα πράγματα απλά. Κατηγορεί ο κ. Σαμαράς ότι έχει υπάρξει μία ιδεολογική απομείωση της Νέας Δημοκρατίας, όταν ο ίδιος συγκυβερνούσε με το ΠΑΣΟΚ. Ξεκινάμε με αυτή την παραδοχή. Το δεύτερο είναι ότι κατηγορεί για τον διάλογο με την Τουρκία, όταν ο ίδιος ο κ. Σαμαράς συζητούσε με την Τουρκία. Επί ημερών Σαμαρά, είχαμε έξι κύκλους διερευνητικών επαφών της ελληνικής κυβέρνησης, το 2012-2015, όπου συζητούνταν θέματα οριοθετήσεων θαλασσίων ζωνών. Ο κ. Σαμαράς ταξίδεψε στην Άγκυρα και είδε τον Erdoğan και υπέγραψε σειρά συμφωνιών. Και μάλιστα, τα έπραξε αυτά, ενόσω το 2014, για παράδειγμα, είχαμε κοντά 2.500 παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου. Λέει λοιπόν ο πρώην πρωθυπουργός: μα πρέπει να συζητούμε και να παράγεται αποτέλεσμα. Η απάντηση είναι απλή. Ας δει κάποιος αντικειμενικά, τεκμηριωμένα και με ευθύνη εάν το 2012 με 2015 παρήχθη ένα θετικό αποτέλεσμα για τις εθνικές θέσεις σε σχέση με το σήμερα. Εγώ τεκμηριωμένα μπορώ να συζητήσω ότι σήμερα που μιλάμε, το 2026, η ελληνική εθνική θέση έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Έχουμε πάρα πολύ ισχυρό διεθνές αποτύπωμα, έχουμε ισχυρή άμυνα, έχουμε ισχυρή οικονομία που μας δίνει τη δυνατότητα να συνομιλούμε από θέση ισχύος.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εν αντιθέσει με το 2012-2015…
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Δεν κάνω αντίθεση, ούτε αντιδιαστολή. Εκείνο το οποίο θέλω να αναδείξω είναι ότι όταν μιλάμε για θέματα εξωτερικής πολιτικής που εξ ορισμού είναι ευαίσθητα και διεγείρουν, αν θέλετε, και τα εθνικά ένστικτα των πολιτών, και ορθώς, θα πρέπει να μιλούμε με αντικειμενικά δεδομένα και όχι να μιλούμε με γενικότητες και αφηρημένα για την έλλειψη στρατηγικής.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γιατί πιστεύετε ότι το κάνει αυτό ο κ. Σαμαράς; Ξέρω ότι δεν έχουμε άλλο χρόνο, αλλά πρέπει να τον ρωτήσω. Γιατί εκτιμάτε ότι το κάνει αυτό;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Δεν μπορώ να μπω στα παραγωγικά αίτια της βούλησης του κ. Σαμαρά. Εκείνο το οποίο γνωρίζω είναι ότι ο ίδιος έχει επιλέξει προφανώς να είναι ένας ισχυρός παίκτης στο πολιτικό σκηνικό. Να επανέλθει ως προφανώς αρχηγός ενός πολιτικού φορέα. Θα πρέπει να βρει ένα αφήγημα. Δυστυχώς όμως, όταν το αφήγημα αναφέρεται στα εθνικά, η ευθύνη θα πρέπει να είναι δέκα φορές μεγαλύτερη από οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σας ευχαριστούμε πολύ, κύριε Υπουργέ.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Να είστε καλά. Καλή αρχή και καλή σεζόν. Γεια σας!
31 Αυγούστου, 2026