ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ξεκινάμε τη μετάδοσή μας με τον Υπουργό Εξωτερικών, τον κύριο Γιώργο Γεραπετρίτη. Κύριε Γεραπετρίτη, καλώς ήρθατε και ευχαριστούμε για την τιμή που μας κάνετε κάθε χρόνο να είστε εδώ και να ξεκινάμε μαζί.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Ελπίζω να σας φέρω γούρι. Φαίνεται ότι προϊόντος του χρόνου η διπλωματία γίνεται ακόμη πιο επίκαιρη, οπότε νομίζω ότι θα έχουμε πολλά να πούμε.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ξέρω ότι θα σας εκνευρίσω λίγο, αλλά να ξεκινήσουμε με την Τουρκία, το γνωστό θέμα, και αν τα ήρεμα νερά γίνονται τρικυμία;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Εκείνο το οποίο έχει σημασία να αναδείξουμε, είναι το γεγονός ότι η γεωγραφία ορίζει και τη διπλωματία. Υπό αυτή την έννοια θα πρέπει να διατηρούμε διαύλους ανοιχτούς με όλους τους γείτονες. Και θα μου επιτρέψετε να πω, ιδίως με εκείνους με τους οποίους έχουμε διαφορές. Η αξία της πραγματικής ουσιαστικής διπλωματίας είναι να μπορείς να συζητάς ακόμα κι αν έχεις διαφορές. Και νομίζω ότι την τελευταία τριετία έχουμε κατακτήσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο επικοινωνίας με την Τουρκία, μια σχέση η οποία είναι λειτουργική και έχει παραγάγει απτά αποτελέσματα, ιδίως στο επίπεδο του μεταναστευτικού ή των παραβιάσεων του εμπορικού ισοζυγίου. Από την άλλη πλευρά, πράγματι βρισκόμαστε σε μια περίοδο αυξανόμενης έντασης, η οποία συνδέεται με μονομερείς ενέργειες της Τουρκίας. Η δική μας πεποίθηση είναι ότι θα πρέπει να εξακολουθούμε να συζητούμε και να βρίσκουμε τον τρόπο εκείνον να προλαμβάνονται κρίσεις. Από την άλλη πλευρά, είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι ο αναγκαίος διάλογος δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει και οποιαδήποτε υπαναχώρηση από τις εθνικές θέσεις, που για μας αποτελούν ένα ιερό.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτή την κλιμάκωση που λέτε, και βλέπω ότι το αναγνωρίζετε, κύριε Υπουργέ, από την πλευρά της Τουρκίας, της στάσης της Τουρκίας, δηλαδή με τα θαλάσσια πάρκα, με την εξαγγελία για τον νόμο για τη “γαλάζια πατρίδα” ή με τις δηλώσεις και του ίδιου του Erdoğan σε σχέση με την αποστρατικοποίηση που βάζει θέτει ουσιαστικά η Τουρκία. Αναρωτιέμαι όλη αυτή η στάση της Τουρκίας αιφνιδίασε την ελληνική πλευρά; Ήταν κάτι που περίμενε;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Πάντοτε περιμένουμε τις αντιδράσεις και ιδιαιτέρως περιμένουμε τις αντιδράσεις όταν αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες. Εκείνο το οποίο νομίζω διακρίνει την πολιτική και τη διπλωματία μας στην εξωτερική πολιτική της τελευταίας τριετίας είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών. Για εμάς η παραμονή σε μία στάσιμη κατάσταση είναι πραγματική οπισθοδρόμηση. Ούτε πρόκειται ποτέ να απεμπολήσουμε το μονομερές μας δικαίωμα να έχουμε τη δομή αμυντικών δυνάμεων που επιθυμούμε, ούτε βεβαίως θα κάνουμε παραχώρηση σε σχέση με τις διεθνείς μας συμμαχίες.
Από την άλλη πλευρά, βάζουμε στο τραπέζι τα επιχειρήματά μας: τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, τα δικαιώματά μας για έρευνα και εξόρυξη, το δικαίωμα μας σε θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα, τις διεθνείς μας συμμαχίες, την αμυντική μας θωράκιση. Άρα, αναμένουμε τις αντιδράσεις. Θα ήμασταν αιθεροβάμονες να θεωρούμε ότι, όταν αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες, δεν θα υπάρχει αντίδραση. Θέλω όμως να πω ότι εδώ υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές. Και οι ουσιώδεις διαφορές έγκειται στο γεγονός ότι, οτιδήποτε πράττει η Ελλάδα, το πράττει με συνέπεια και με πλήρη προσήλωση στους κανόνες της διεθνούς δικαίου δικαιοπραξίας. Θέλουμε να είμαστε συνεπείς, θέλουμε να υπηρετούμε τις σχέσεις καλής γειτονίας και για το λόγο αυτό πάντοτε ενεργούμε με βάση το Διεθνές Δίκαιο.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Υπουργέ, χάσαμε μια ευκαιρία να βάλουμε στο τραπέζι το ουσιώδες θέμα, που έχετε πει ότι, όσο υπάρχει, θα συνεχίσει να υπάρχει ένταση με την Τουρκία, των θαλασσίων ζωνών; Και κατά πόσο σε αυτό συνετέλεσε και η κριτική που ακούγεται από τους κυρίους Σαμαρά και Καραμανλή ότι η κυβέρνηση ακολουθεί μια πολιτική κατευνασμού; Δεν θα ήταν μια ευκαιρία αυτά τα τρία χρόνια της ηρεμίας να αναδείξουμε έστω την απροθυμία της Τουρκίας να συζητήσει και να καταλήξει κάπου;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Είναι πάντοτε δύο διαστάσεις, οι οποίες συνδέονται με μία πολιτική, η οποία είναι διμερής, και μάλιστα ανατρέχει ανά τους αιώνες με πολύ σοβαρές εντάσεις και κρίσεις και πολέμους. Εκείνο το οποίο είναι σημαντικό είναι να διατηρούμε ένα επίπεδο ησυχίας, έτσι ώστε να μην παράγονται κρίσεις - θα πρέπει να το πούμε αυτό σε μία περίοδο εξαιρετικά ευάλωτη παγκοσμίως - οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν ένα τεράστιο ντόμινο. Η αξία του να μπορέσουμε να αφομοιώνουμε και να απορροφούμε κρίσεις είναι πάρα πολύ σημαντική, ιδίως σήμερα. Αρκεί να σας πω ότι περιβαλλόμαστε, το γνωρίζετε, από δύο πολέμους στη γειτονιά μας, αλλά και από μία εξαιρετικά έκρυθμη κατάσταση στην Αφρική, ιδίως στην Υποσαχάρια Αφρική, με σειρά εμφυλίων πολέμων και πραξικοπημάτων, που ενδεχομένως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν συνθήκες τεράστιας μετακίνησης πληθυσμού. Άρα, ναι, πρέπει να απορροφούμε τις κρίσεις.
Από την άλλη πλευρά, η διάσταση, την οποία αναφέρετε, να συζητήσουμε για το μεγάλο θέμα μας - δηλαδή για το υποκείμενο ζήτημα το οποίο παράγει, όπως σωστά είπατε, τις κρίσεις - το οποίο είναι η οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και υφαλοκρηπίδας, είναι πράγματι ένα θέμα, το οποίο θα πρέπει να συζητηθεί. Το πιστεύω, είναι η δική μου πεποίθηση ότι μακρά και βιώσιμη ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή μας θα υπάρξει μόνον εάν επιλυθεί το ζήτημα αυτό. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μία αφετηριακή διαφωνία. Και αυτή έγκειται στο ότι η Ελλάδα θεωρεί ότι είναι το μόνο ζήτημα, το οποίο μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας, η μόνη μας διαφορά. Ενώ η Τουρκία συνδέει το ζήτημα αυτό και με άλλα θέματα, τα οποία κατά την δική μας αντίληψη είναι ανύπαρκτα και εκτός οποιασδήποτε ατζέντας. Εάν δεν υπάρξει σε αυτό το σημείο μια σύγκλιση, δεν μπορεί να ξεκινήσει η συζήτηση. Και οφείλω να σας πω ότι έγινε μια προσπάθεια να μπορέσει να υπάρξει σύγκλιση. Εν προκειμένω, η σύγκλιση η οποία δεν θα μπορούσε να είναι άλλη παρά μόνον η βασική παραδοχή, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, ότι η μόνη διαφορά αφορά την οριοθέτηση, δεν κατέστη δυνατή. Άρα, θα μου επιτρέψετε να πω ότι δεν συνδέεται καθόλου το ζήτημα αυτό με την κριτική την οποία μπορεί να ασκεί οποιοσδήποτε. Από όσο γνωρίζω, ακόμη και εκείνοι οι οποίοι είναι κριτικοί απέναντι στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, συμφωνούν ότι με την Τουρκία μπορούμε να συζητήσουμε μόνον το ζήτημα της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Δεν έχω ακούσει από κανέναν ότι μπορούμε να αποστούμε από αυτήν την εθνική μας θέση και, εκ του λόγου, αυτού δεν θεωρώ ότι οφείλεται η αδυναμία στο να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε τη συζήτηση σε οποιαδήποτε κριτική, η οποία ασκείται. Έχω την ελπίδα ότι τα επόμενα χρόνια, είτε με αυτήν την κυβέρνηση, είτε με οποιαδήποτε κυβέρνηση, θα βρούμε τον κοινό τόπο με την Τουρκία για να μπορέσουμε να συζητήσουμε το μεγάλο αυτό θέμα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτή τη στιγμή υπάρχουν ενεργοί μηχανισμοί για την απορρόφηση των κρίσεων στις οποίες αναφερθήκατε; Θέλω να πω, τα ήρεμα νερά λειτουργούν στην πράξη; Η Διακήρυξη των Αθηνών λειτουργεί στην πράξη;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Αυτό το οποίο χαρακτηρίζεται ήρεμα νερά δεν είναι κάτι άλλο παρά μια διαδικασία δομημένου διαλόγου. Εκείνο το οποίο είπαμε πριν από τρία χρόνια, όταν αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε αυτή τη νέα εποχή για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, και υπογράψαμε και τη Διακήρυξη των Αθηνών το Δεκέμβριο του 2023, ήταν ότι ο διάλογος δεν πρέπει να γίνεται με έναν τρόπο άτακτο, αλλά με έναν τρόπο δομημένο. Φτιάξαμε τους πυλώνες, φτιάξαμε τα κανάλια επικοινωνίας. Ακόμη, ακόμη ορίσαμε τους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι θα κάνουν το δομημένο αυτό διάλογο. Οι τρεις πυλώνες του διαλόγου εξακολουθούν να υφίστανται και ο πολιτικός και η θετική Ατζέντα και τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Βεβαίως, έχουμε τα πάνω μας και τα κάτω μας σε αυτόν τον διάλογο. Όπως σας είπα, αυτή την εποχή υπάρχει η ένταση, η οποία έχει παραχθεί κυρίως από την ρητορική, η οποία παράγεται από την Τουρκία και από την εγκατάσταση των θαλασσίων πάρκων. Θεωρούμε ότι πρέπει να συνεχιστεί αυτός ο δομημένος διάλογος και προς την κατεύθυνση αυτή θα κινηθούμε, επαναλαμβάνω, χωρίς καμία έκπτωση στις εθνικές μας θέσεις.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Υπουργέ, είδαμε και τον κύριο Kalin, τον επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας, να επισκέπτεται την Αθήνα, να βλέπει τον επικεφαλής της ΕΥΠ. Ήταν παραγωγικές συζητήσεις και σε ποιο πεδίο κινήθηκαν; Δεδομένου ότι έχουμε και μια τεράστια κρίση στη γειτονιά μας, που ενδεχομένως οι δύο χώρες θα έπρεπε να συνεργάζονται σε κάποια πράγματα προκειμένου να μπορούν να αντιμετωπίζουν όσα έρχονται.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Οι υπηρεσίες πληροφοριών των γειτονικών κρατών πάντοτε συνεργάζονται και υπάρχουν διαρκείς ανταλλαγές επισκέψεων και με την Τουρκία και με τις υπόλοιπες γειτονικές μας χώρες. Άρα, στο πλαίσιο αυτό δεν ήταν μία εξαιρετική συνάντηση. Ήταν προγραμματισμένη από καιρού συνάντηση. Βεβαίως, έγινε την περίοδο την οποία γνωρίζετε. Υπάρχουν θέματα, τα οποία είναι ανοικτά και κοινού ενδιαφέροντος στη γειτονιά μας. Υπάρχει η μεγάλη κρίση στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, υπάρχει το θέμα του Ιράν και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, της ναυτικής ασφάλειας. Υπάρχουν τα ζητήματα, τα οποία έχουν να κάνουν με τη Λιβύη και τη Συρία. Άρα υπήρξαν οι συζητήσεις, οι οποίες αφορούσαν όλα τα θέματα αυτά, όπως επίσης και της οργανωμένης τρομοκρατίας. Νομίζω ότι είναι αναγκαίο να υπάρχει μία επικοινωνία μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών. Μας δίδει και εμάς μία σχετική ορατότητα για τα πράγματα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σε τέτοιες περιόδους που η ένταση ανεβαίνει μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας πόσο εφικτό είναι να υπάρξει αυτή η συνεργασία και μάλιστα μεταξύ μυστικών υπηρεσιών;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Υπάρχουν πληροφορίες, οι οποίες πρέπει να μοιράζονται μεταξύ των γειτόνων και υπάρχουν και άλλες, οι οποίες προφανώς παραμένουν στον κορμό της στρατηγικής της εξωτερικής πολιτικής. Για να σας πω ένα απλό παράδειγμα: το ζήτημα το οποίο άπτεται των παράτυπων μεταναστευτικών ροών. Πρέπει να υπάρχει μια ανταλλαγή πληροφοριών. Θέλω να σας θυμίσω ότι αυτή τη στιγμή έχουμε μια μείωση της τάξης του 80% των παράτυπων μεταναστευτικών ροών εξ ανατολών. Αυτό δεν έγινε τυχαία. Είναι προφανές ότι υπήρχε η πολιτική βούληση να υπάρξει η συνεργασία αυτή. Όμως η πολιτική βούληση μετατράπηκε σε πράξη μέσω των υπηρεσιών πληροφοριών και της ανταλλαγής πληροφοριών, των οποίων γίναμε κοινωνοί. Άρα, υπήρξαν οι ανταλλαγές αυτές των πληροφοριών εκείνων, που βεβαίως δεν ανάγονται στον σκληρό πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τώρα ένα ερώτημα είναι τι επιδιώκει η Τουρκία με τη στάση που κρατάει αυτής της κλιμάκωσης που περιγράψαμε νωρίτερα. Διαβάζω και ακούω αναλύσεις. Κάποιοι λένε ότι με αυτό τον τρόπο θέλει να επιβάλλει τετελεσμένα. Κάποιοι άλλοι λένε ακόμα ότι μπορεί να θέλει να προκαλέσει την ανάμειξη του αμερικανικού παράγοντα. Και αναρωτιέμαι αν την ελληνική κυβέρνηση την ανησυχεί μια τέτοια εξέλιξη.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Περιμένουμε και τον Rubio για στρατηγικό διάλογο δεν ξέρουμε ακόμα ημερομηνία.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Και δεν θα τη μάθετε σήμερα, παρά την επιθυμία την οποία βλέπω στα μάτια σας. Να ξεκινήσω από το ζήτημα το οποίο αναφέρατε. Εκείνο το οποίο συμβαίνει είναι ότι αυτή τη στιγμή οι δίαυλοι επικοινωνίας πρέπει να παραμένουν ανοικτοί με την Τουρκία. Εκείνα τα οποία έχουν τεθεί στο τραπέζι θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης μόνον με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Προφανώς δεν συζητούνται τα θέματα, τα οποία είναι εκτός ατζέντας, όπως είναι τα θέματα κυριαρχίας, δηλαδή δομής αμυντικών δυνάμεων, χωρικών υδάτων και ζητήματα, τα οποία άπτονται των διεθνών συνεργασιών της χώρας. Το τι επιδιώκει η Τουρκία με τη στάση της αυτή είναι αντικείμενο ανάλυσης, το οποίο γίνεται από το Υπουργείο Εξωτερικών και από την ελληνική κυβέρνηση. Θέλω όμως να σας πω - και το λέω ειλικρινά, μπορεί κάποια στιγμή να ακούγεται κάπως πολυτελές και εκτός πραγματικότητας - η Ελλάδα σήμερα στην εξωτερική της πολιτική έχει αποκτήσει τέτοιου τύπου πραγματική δυναμική και ισχύ που δεν ετεροπροσδιορίζεται. Και αυτό έχει τη σημασία του. Η Τουρκία θα πράξει εκείνα τα οποία θα πράξει. Εμείς όμως έχουμε τη δυνατότητα, την ικανότητα της σχέσης για να μπορέσουμε να έχουμε μια ανθεκτική αντεπιχειρηματολογία, η οποία θα οδηγήσει και στην επικράτηση της δικής μας θέσης. Άρα, ανεξάρτητα των παραγωγικών αιτιών που οδηγούν την Τουρκία σε αυτή την κλιμάκωση, που μπορεί να οφείλονται στις ευρύτερες γεωπολιτικές καταστάσεις στην περιοχή, μπορεί να οφείλονται στη σχέση, την οποία έχουμε αναπτύξει με το Ισραήλ ή με τον αραβικό κόσμο ή ειδικότερα με άλλες χώρες. Εκείνο το οποίο οφείλω να σας πω είναι ότι η Ελλάδα έχει καταφέρει αυτοτελώς να βρίσκεται στο ισχυρότερο σημείο από άποψη διεθνούς ισχύος που ήταν ποτέ. Και αυτό σας διαβεβαιώ ότι θα το κεφαλαιοποιήσει με κάθε μέσο.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Να μια τελευταία ερώτηση για την Τουρκία διότι χθες είχαμε την πληροφορία ότι έγινε διάβημα της Αθήνας για τα θαλάσσια πάρκα, για τον χωροταξικό σχεδιασμό για τη βιομηχανία. Ήσασταν και στο Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών. Τέθηκε το θέμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πώς αντιμετωπίζονται αυτές οι προκλήσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους; Με δεδομένο ότι η Τουρκία προσπαθεί να μπει και στην ευρωπαϊκή άμυνα, να διεκδικήσει μεγαλύτερο ρόλο συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν και έχει τα σκαμπανεβάσματά του ο Πρόεδρος Erdoğan στο τι θέλει τελικά.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Κατ’ αρχάς ακολουθείται πάντοτε το διπλωματικό πρωτόκολλο σε ότι αφορά τα ζητήματα τα οποία προκαλούν εντάσεις ή παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό υπήρξε η κατάθεση διαβημάτων επισήμως προς την τουρκική πλευρά, τόσο σε σχέση με τα θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα, όσο και σε σχέση με αντιδράσεις, οι οποίες διατυπώθηκαν στα ειδικά χωροταξικά σχέδια που η Ελλάδα με τρόπο κυρίαρχο επιβάλλει. Άλλη μία από τις πολύ σημαντικές πρωτοβουλίες, τις οποίες αναλαμβάνουμε και δομούν μία νέα πραγματικότητα στο Αιγαίο. Νέα επιχειρήματα τα οποία τίθενται εκ μέρους της Ελλάδας. Είχα την ευκαιρία να ενημερώσω τους ομολόγους μου στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων στο άτυπο, το οποίο έγινε στην Ιρλανδία. Είναι προφανές ότι υπάρχει και προσβλέπουμε στη στήριξη και την αλληλεγγύη τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και των κρατών μελών. Εξάλλου, τα ζητήματα τα οποία αναφέρουμε, επειδή στηρίζονται σε δόγματα τα οποία δεν έχουν κανένα έρεισμα ούτε στο διεθνές ούτε στο ευρωπαϊκό δίκαιο, έχουν ήδη καταδικαστεί σε συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και σε εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου μόλις χθες αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό με τρόπο σαφή, στηρίζοντας την Ελλάδα στις μονομερείς ενέργειες, οι οποίες στρέφονται κατά κυριαρχικών δικαιωμάτων της. Είναι αυτονόητο ότι η Ευρώπη θα παράσχει τη στήριξή της προς την Ελλάδα σε οποιαδήποτε απειλή, η οποία υπάρχει προς τη χώρα μας.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η άμυνα αναδεικνύεται σε ένα μέσο διπλωματίας πλέον, τόσο οι αγορές εξοπλιστικών όσο και οι συνεργασίες μεταξύ των χωρών. Πρόσφατα η Ελλάδα προχώρησε σε μια πολύ μεγάλη συμφωνία με το Ισραήλ. Δεν άπτεται ακριβώς του Υπουργείου Εξωτερικών, ωστόσο δείχνει ότι χτίζει μια ισχυρή συνεργασία με το Ισραήλ. Έχουμε την Ασπίδα του Αχιλλέα, 3 δισεκατομμύρια ευρώ. Η μεγαλύτερη συμφωνία και για το Ισραήλ. Αυτή η συνεργασία μας επηρεάζει όσον αφορά τις σχέσεις μας με τις αραβικές χώρες και την Τουρκία ενδεχομένως, αλλά και με το ποια θέση πρέπει να κρατάμε σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή και περίοδο;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Σωστά αναφέρατε, ότι η αμυντική βιομηχανία έχει καταστεί ένα διπλωματικό και γεωπολιτικό όπλο. Η Τουρκία έχει αναπτύξει εδώ και περισσότερο από τρεις δεκαετίες μια αυτοτελή αμυντική βιομηχανία, την οποία αξιοποιεί πολλαπλώς ως διπλωματικό όπλο και στις σχέσεις τις οποίες αναπτύσσει τις περιφερειακές και τις διεθνείς αγορές.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εμείς είμαστε πίσω.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Η πραγματικότητα είναι ότι για αρκετά χρόνια είχαμε μείνει πίσω. Η οικονομική κρίση η οποία ενέσκηψε στην Ελλάδα, δυστυχώς έφερε πολύ πίσω τα ζητήματα της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, αλλά ακόμη και των αμυντικών εξοπλισμών. Την τελευταία επταετία έχει υπάρξει μια σημαντική ανάπτυξη και ιδίως τα τελευταία χρόνια έχουμε πάρα πολύ ενισχυθεί τόσο από την άποψη των εξοπλιστικών προγραμμάτων και σε επίπεδο αεροπορίας και ναυτικού ιδίως, όσο επιπλέον στη δομή αμυντικών δυνάμεων και την έρευνα. Γίνεται μια πολύ μεγάλη προσπάθεια από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και το Γενικό Επιτελείο, έτσι ώστε η Ελλάδα να καταστεί εκ νέου παραγωγός χώρα και όχι μόνο να καταστεί παραγωγός, αλλά να καταστεί και καινοτόμος. Αυτό είναι απολύτως αναγκαίο στο σύγχρονο γεωπολιτικό περιβάλλον. Δείτε λιγάκι πόσο έχουν αλλάξει οι συνθήκες πολέμου μετά από τον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου πλέον νομίζω ότι τα διδάγματα θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο πολύ μεγάλης έρευνας για το πώς θα πρέπει να δομείται ένα σύγχρονο στράτευμα.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα εξοπλίζεται, εξοπλίζεται έξυπνα, εξοπλίζεται από σύμμαχες χώρες. Υπάρχει διαφοροποίηση. Προφανώς δεν προμηθευόμαστε μόνο από μία χώρα. Έχουμε, όπως γνωρίζετε, γαλλικές φρεγάτες και αεροσκάφη τύπου Rafale. Θα προμηθευτούμε τα υπερσύγχρονα F-35 σε λιγότερο από δύο χρόνια από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είχαμε τον εξοπλισμό από το Ισραήλ. Θέλω να σας πω μετά βεβαιότητας ότι δεν θα υπάρξει κανένας κλονισμός σε σχέση με τις διπλωματικές μας συμμαχίες. Και τούτο διότι οι συμμαχίες οι δικές μας σήμερα είναι στερεώς δομημένες, είναι πολύ γερές. Και θέλω να σας πω ότι η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες χώρες που έχουν άριστη στρατηγική σχέση με χώρες, οι οποίες και μεταξύ τους μπορεί να έχουν προβλήματα. Παραδείγματος χάρη, το πιο απλό: η Ελλάδα έχει στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ αλλά και με τις περισσότερες χώρες του αραβικού κόσμου. Έχουμε άριστες σχέσεις. Έχουμε δηλαδή αυτή τη στιγμή κατακτήσει το επίπεδο εκείνο, έτσι ώστε η βαθιά στρατηγική σχέση να μην κλονίζεται από οποιοδήποτε εξωτερικό συμβάν. Μόλις χθες είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τον Σαουδάραβα και τον Αιγύπτιο ομόλογό μου και να επιβεβαιώσουμε το βάθος και τη δυναμική της σχέσης μας.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει στείλει Patriot στη Σαουδική Αραβία και με τον Αιγύπτιο μιλάτε πιο συχνά από ό,τι γνωρίζει ο κόσμος, είναι σχεδόν εβδομαδιαίες, μπορούμε να πούμε οι συνομιλίες σας. Τα προβλήματα που ενδεχομένως αντιμετωπίζει η Ελλάδα και με την Αίγυπτο - είχαμε την ιστορία με τη Μονή Σινά, έχουμε άλλα ζητήματα, βλέπουμε και κάποιες προσπάθειες προσέγγισης των χωρών μεταξύ τους. Εμείς χτίζουμε μέσω και της άμυνας μια πιο στέρεη σχέση; Και τι προσδοκούν αυτές οι χώρες από την Ελλάδα;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Υπάρχουν χώρες, οι οποίες είναι πρωταρχικού στόχου για την Ελλάδα σε ό,τι αφορά τις διπλωματικές σχέσεις - όπως σωστά αναφέρατε, είναι η Αίγυπτος. Η σχέση την οποία έχω αναπτύξει με τον Υπουργό Εξωτερικών της Αιγύπτου είναι αδελφική. Εξού και έχουμε μια τακτικότατη επικοινωνία για τα πολλά θέματα τα οποία είναι κοινού ενδιαφέροντος. Κατ’ αρχάς να σας πω ότι η Ελλάδα ήταν η επισπεύδουσα χώρα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εμβάθυνση της σχέσης μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Αιγύπτου και για να απελευθερωθούν σημαντικά οικονομικά πρωτόκολλα προς την Αίγυπτο για την στήριξη της αιγυπτιακής οικονομίας, η οποία επλήγη σημαντικά και από τον πόλεμο στο Ιράν, αλλά και προηγουμένως από τις παγκόσμιες κρίσεις οι οποίες προέκυψαν.
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της Μονής Σινά, Ελλάδα και Αίγυπτος συνεργάζονται. Ήδη έχει υπάρξει μια προκαταρκτική κατανόηση. Αυτή τη στιγμή εναπόκειται στην ίδια τη μοναστική κοινότητα να αποφασίσει για το μέλλον της συμφωνίας. Είναι σημαντικό να πούμε ότι για πρώτη φορά σε 15 αιώνες που λειτουργεί η Μονή, γίνεται μια συγκροτημένη προσπάθεια να υπάρξει ένα ειδικό ρυθμιστικό καθεστώς για τη Μονή και να μην λογίζεται ότι είναι μια απλή αρχαιότητα. Ποτέ δεν πρέπει να θεωρούμε ότι η Αγία Αικατερίνη είναι μια απλή κοινή αρχαιότητα.
Εκείνο που θέλω να σας διαβεβαιώσω, γιατί αναφερθήκατε και στις σχέσεις που αναπτύσσει η Αίγυπτος με άλλες χώρες - όπως επαναβεβαιώνουμε σε κάθε επικοινωνία με τον Αιγύπτιο Υπουργό Εξωτερικών - ότι, βεβαίως και οι δύο χώρες αναπτύσσουν και άλλες συμμαχίες. Είναι λογικό κάθε χώρα να φροντίζει να έχει καλές σχέσεις με άλλες χώρες, περιφερειακές ή λίγο πιο μακρινές. Όμως, στρατηγική σχέση μπορείς να έχεις μόνο με λίγες χώρες και η σχέση Ελλάδας και Αιγύπτου είναι βαθιά ριζωμένη και στρατηγική, σήμερα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Όμως, διατυπώνεται μια κριτική που λέει το εξής: ότι η Ελλάδα έχει στείλει στη Σαουδική Αραβία, Patriot που μάλιστα έχουν αποδειχθεί και ενεργοί, με αποτέλεσμα ουσιαστικά να καταγγέλλεται και η ελληνική κυβέρνηση για εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο με το Ιράν. Από την άλλη όμως, βλέπουμε τη Σαουδική Αραβία να συνάπτει συμφωνίες με την Τουρκία. Τι λέτε;
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είναι αντικρουόμενα αυτά τα δύο;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Νομίζω προσπάθησα να σας καλύψω με την προηγούμενη απάντησή μου, αλλά θα το επαναλάβω λιγάκι πιο ευκρινώς. Αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα έχει μία σχέση στρατηγική με τις χώρες του Κόλπου. Ο Κόλπος αποτελεί μία γεωγραφική ενότητα μείζονος σημασίας, όχι μόνο για το παγκόσμιο εμπόριο, αλλά και για την παγκόσμια γεωπολιτική. Η Ελλάδα λοιπόν, έχει καταστεί τα τελευταία χρόνια εξαγωγέας ασφαλείας και προς τις χώρες του Κόλπου και όχι μόνο προς την Σαουδική Αραβία, προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, προς το Κατάρ. Το να προσφέρεις ασφάλεια σε χώρες οι οποίες είναι κρίσιμες για την παγκόσμια αρχιτεκτονική, τόσο τη διπλωματική όσο και την αμυντική, είναι πάρα πολύ μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας. Άρα, η συστοιχία Patriot, η οποία βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία, υπηρετεί έναν ειδικό σκοπό, δηλαδή να ανακόψει επιθέσεις οι οποίες αντανακλαστικά μπορεί να έχουν συνέπειες και για την Ελλάδα. Έχουν όμως και μία μεγάλη γεωπολιτική υπεραξία. Αυτό ας το αντιληφθούμε, είναι πάρα πολύ σημαντικό. Βεβαίως, συνέχεται και με τις ανάγκες της χώρας μας, τις αμυντικές ανάγκες της χώρας μας και γι’ αυτό είναι πάντοτε μία επιχειρησιακή, στο τέλος της ημέρας, επιλογή το πού θα έχουμε τις συστοιχίες Patriot.
Από την άλλη πλευρά, θέλω να σας πω ότι η Σαουδική Αραβία, όπως και κάθε χώρα, μπορεί να έχει συζητήσεις ή συνεργασίες με άλλες χώρες. Και πάλι όμως θα σας πω ότι τόσο για την Σαουδική Αραβία όσο και για άλλες χώρες της περιοχής, το βάθος της στρατηγικής τους σχέσης με την Ελλάδα είναι πέρα από κάθε άλλη συνεργασία.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Επομένως, ο προσανατολισμός και των Ενόπλων Δυνάμεων πλέον, δεν είναι καθαρά για την ασφάλεια της χώρας, αλλά δρουν και σαν ένα μέσο διπλωματίας. Μπορούν να εξάγουν διπλωματία και ασφάλεια, μας λέτε.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Είναι αυτό το οποίο σας είπα προηγουμένως και το οποίο είναι εξαιρετικά σημαντικό. Η Ελλάδα από πελάτης συστημάτων ασφαλείας έχει καταστεί εξαγωγέας ασφάλειας σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Και βλέπετε τώρα πως λειτουργεί μία αλληλοεπιδρώσα αμυντική διπλωματία. Βλέπετε τους ανταγωνισμούς που υπάρχουν αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα στην Αφρική. Οι εξωτερικώς δρώσες χώρες στην Αφρική είναι πάρα πολλές και χρησιμοποιούν ακριβώς ως όχημα την αμυντική τους βιομηχανία.
Εμείς δεν πρόκειται ποτέ να μπούμε σε έναν τέτοιο διαγκωνισμό σε ό,τι αφορά την παρουσία μας στο εξωτερικό. Για εμάς, η μόνη πραγματική ισχύς η οποία μπορεί να παραχθεί είναι η αμυντική θωράκιση της χώρας. Και η αμυντική θωράκιση της χώρας παράγεται με προηγμένα συστήματα ασφαλείας, τα οποία εισάγουμε, πρωτίστως με προηγμένα συστήματα και καινοτομία, την οποία εγκαθιδρύουμε στο εσωτερικό, και βεβαίως με τις πολύ μεγάλες γεωπολιτικές συμμαχίες, τις οποίες έχουμε συνάψει. Η Ελλάδα, για να το πούμε και αυτό - γιατί πολλές φορές κλεινόμαστε λίγο εσωστρεφώς στα δικά μας - η Ελλάδα αυτή τη στιγμή είναι στο επίκεντρο της παγκόσμιας διπλωματίας.
Σε λίγες ημέρες, η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ίσως την πιο κρίσιμη στιγμή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, και σε λιγότερο από έναν χρόνο αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όχι απλώς στην αιχμή, αλλά ο βασικός παίκτης πάνω στον οποίο θα οικοδομηθεί μια νέα φάση παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σε μια τέτοια περίοδο, όμως, που ο αναθεωρητισμός εμφανίζεται να γίνεται καθεστώς πλέον και να τον υιοθετούν ακόμη και μεγάλοι σύμμαχοι της Ελλάδας, έστω και εμμέσως, ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος των Ηνωμένων Εθνών; Πώς μπορεί να επηρεάσει η Ελλάδα μέσα από αυτό τα πράγματα και να μην καταστεί απλά ουραγός των εξελίξεων και τελικά, να υποστηρίζει κινήσεις που καταδικάζονται από την διεθνή ηθική, θα πω, των παλαιότερων εποχών;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Η διεθνής πολυμέρεια δεν θα εκλείψει ποτέ, γιατί είναι μια πραγματική ανάγκη κι επειδή τα παγκόσμια φαινόμενα είναι τέτοια που παράγουν οικουμενικές κρίσεις. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών μπορεί να περνάει μια φάση ύφεσης, πράγματι, διότι δεν έχει παραχθεί ένα απτό αποτέλεσμα στις μεγάλες κρίσεις που βιώνουμε στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική. Από την άλλη πλευρά, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών κάνει μια προσπάθεια να εξελιχθεί. Γνωρίζετε ότι η ίδια η διαδικασία λήψης απόφασης εντός του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που ανατρέχει στη δεκαετία του 50΄ πλέον έχει φτάσει σε ένα όριο, διότι είναι πάρα πολύ δύσκολο με την αρνησικυρία, το βέτο το οποίο υπάρχει, να μπορούν να ληφθούν γρήγορες, ουσιαστικές, ωφέλιμες αποφάσεις. Από την άλλη πλευρά, αν έχεις για παράδειγμα κρίσεις οικουμενικές, παγκόσμιες κρίσεις πανδημίας, τη μεγάλη επισιτιστική κρίση, η οποία μπορεί να υπάρξει και λόγω του γεγονότος της μείωσης της εξαγωγής σιτηρών από την Ουκρανία, όταν έχεις μία κλιματική κρίση, η οποία την βιώνουμε κάθε χρόνο όλο και πιο επώδυνα με την αύξηση των μεγάλης κλίμακας πυρκαγιών στην υφήλιο και όταν έχουμε τον μεγαλύτερο αριθμό παγκόσμιων συρράξεων που υπήρχαν ποτέ, η λύση δεν μπορεί να αναζητηθεί παρά μόνο στην διεθνή πολυμέρεια.
Εάν η ισχύς αυξάνει σε κράτη τα οποία μπορεί να είναι καθοριστικά, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να υποχωρήσει ο πυλώνας της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφαλείας που είναι η πολυμέρεια. Η Ελλάδα μπορεί στην κατεύθυνση αυτή να εισφέρει πολλά, διότι είναι η χώρα, η οποία πέρα από την κρίσιμη γεωγραφική της θέση στο μεταίχμιο των τριών ηπείρων, είναι από τις λίγες χώρες οι οποίες συνομιλούν με Βορρά, Νότο, Ανατολή και Δύση και μπορεί να επιτελέσει έναν πραγματικό ρόλο, όχι μόνο διαμεσολαβητή, αλλά ουσιαστικά να έχουμε έναν ρόλο επανακαθορισμού των βασικών αξιών που διέπουν τη διεθνή πολυμέρεια και τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Όταν δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες μετατρέπονται, ας μου επιτραπεί η έκφραση, στον ελέφαντα στο δωμάτιο για την αμφισβήτηση του διεθνούς δικαίου και συμβάλλουν σε κάποιες φορές, ενδεχομένως με τη ρητορική τους σε αμφισβήτηση κανόνων που ξέραμε μέχρι σήμερα, πώς μπορεί αυτό να αντιμετωπιστεί;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Νομίζω ότι υπάρχουν τρόποι και υπό μία έννοια ξέρετε, ακόμη και η αμερικανική διοίκηση που προέκυψε από τις τελευταίες εκλογές λειτούργησε και ως ένας μοχλός αφύπνισης για πολλά πράγματα. Ο επαναπροσδιορισμός, για παράδειγμα, των σχέσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης, η παλαιά ενότητα «Δύση» είναι πάρα πολύ καθοριστικός, διότι ουσιαστικά μας οδήγησε σε μία νέα κατανόηση σε σχέση με την ανάγκη να έχουμε μία αυτονομία, η οποία δεν θα είναι απλώς στρατηγικού χαρακτήρα, αλλά θα είναι υπαρξιακού χαρακτήρα. Η νέα λογική της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι πλέον η υπερεξάρτηση, όπως συνέβαινε παλιά από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την ασφάλεια και από την Ρωσία για την ενέργεια, αλλά είναι μια στρατηγική αυτονομία διαφοροποίησης.
Οφείλουμε να έχουμε διαφοροποιημένους ενεργειακούς πόρους, διότι αυτό είναι αναγκαίο για την επιβίωση της κάθε χώρας και συλλογικά της Ευρώπης, όπως επίσης οφείλουμε να έχουμε διαφοροποίηση σε ό, τι αφορά και τις πηγές ασφαλείας. Η μεγάλη προσπάθεια η οποία γίνεται σήμερα στην Ευρώπη για να αναπτυχθούν ενοποιημένα προγράμματα αμυντικής ανθεκτικότητας, αμυντικά προγράμματα που θα συνδέουν τους λαούς της Ευρώπης είναι ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Και εκεί είναι πάρα πολύ σημαντική η θέση της Ελλάδας, η οποία στην πραγματικότητα καθόρισε, τους όρους και της συμμετοχής τρίτων χωρών στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Να τα θυμόμαστε και αυτά.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πάντως, κύριε Υπουργέ, διατυπώνεται και μια κριτική προς την ελληνική κυβέρνηση και συνεχίζω ουσιαστικά το ερώτημα, ότι ίσως με έναν τρόπο έχει προσδεθεί περισσότερο από όσο κάποιοι θα ήθελαν στο άρμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια κριτική που διατυπώνεται και από την πλευρά της παράταξής σας. Αναρωτιέμαι λοιπόν. Τι απαντάτε σε αυτή την κριτική; Αν θεωρείτε ότι έχει βάση ή αν εν πάση περιπτώσει πιστεύετε ότι η ελληνική πλευρά κινείται με κάποια άλλη στρατηγική σε σχέση με την κριτική που ακούει;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Η εξωτερική πολιτική έχει ένα εξαιρετικά κρίσιμο χαρακτηριστικό. Στηρίζεται στα δεδομένα. Και επειδή είναι αντικειμενική η χροιά τους, μπορεί εύκολα να αντιπαρέλθει σε επιχειρήματα τα οποία είναι σαθρά. Θέλω απλώς να σας θυμίσω ότι μέχρι τις αμερικανικές εκλογές και αμέσως μετά τις εκλογές είχαμε το βασικό επιχείρημα ότι η Ελλάδα είχε υπερεπενδύσει στην προηγούμενη αμερικανική διοίκηση και θα βρισκόταν εκτός νυμφώνος. Και ξαφνικά οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις θα πήγαιναν στα τάρταρα, προς όφελος άλλων χωρών. Είδαμε να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, να ενισχύονται οι συμμαχίες, να ενισχύεται η ενεργειακή συνεργασία, η αμυντική συνεργασία, να ενισχύονται οι δεσμοί με την Δύση. Άρα το αφήγημα, το οποίο ήταν αρχικά υπερεπένδυση σε ένα υποσύνολο της αμερικανικής πολιτικής, σήμερα γίνεται υπερεξάρτηση από τη νέα διοίκηση. Είναι προφανές ότι είναι όλα αντιφατικά, αλλά δεν έχουν και καθόλου έρεισμα στην πραγματικότητα.
Ποια είναι η πραγματικότητα; Η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχει μια άριστη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πράγματι, υπάρχουν άμεσοι δίαυλοι επικοινωνίας. Εγώ έχω την τιμή και το προνόμιο να συζητώ με τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών, τον οποίο θα υποδεχτούμε και στο πλαίσιο του στρατηγικού διαλόγου τους επόμενους μήνες και επιπλέον η σχέση αυτή έχει πάρα πολύ σημαντική υπεραξία για την χώρα μας. Άκουσα να λέτε ότι η Ελλάδα υπερεξαρτάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πραγματικότητα είναι ότι η διπλωματική διαφοροποίηση, την οποία έχει σήμερα η Ελλάδα, δεν την είχε ποτέ. Και τούτο διότι έχει στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, στρατηγική σχέση με τις περισσότερες χώρες του αραβικού κόσμου, στρατηγική σχέση με την Ινδία. Είναι μια πραγματικά μεγάλης κλίμακας διεθνής πολυμέρεια, η οποία μας επιτρέπει να λειτουργούμε αυτόνομα, να μπορούμε να ενισχύουμε τον διπλωματικό μας αποτύπωμα, χωρίς από την άλλη πλευρά να έχουμε το αρνητικό προνόμιο να εξαρτώμεθα αποκλειστικά από κάποιον.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Υπουργέ, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ που ήσασταν μαζί μας.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Νομίζω ότι ικανοποίησα λιγάκι τη διπλωματική σας περιέργεια.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θα χρειαζόμασταν πολύ περισσότερο χρόνο για να πούμε την αλήθεια, αλλά μας κάνουν νοήματα.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Του χρόνου να είμαστε καλά, Θα τα πούμε υπό οποιαδήποτε θέση.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ευχαριστούμε πάρα πολύ!
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Να είστε καλά.
4 Σεπτεμβρίου, 2026