Πρωτολογία ΑΝΥΠΕΞ κ. Δ. Δρούτσα σε επερώτηση βουλευτών του ΛΑΟΣ για θέματα εξωτερικής πολιτικής
Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι βουλευτές,
Από την πρώτη στιγμή είπα ότι η σημερινή κυβέρνηση, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, θα επιδιώξει τη συναίνεση και το διάλογο στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Θα αξιοποιήσουμε όλους τους θεσμούς για να ενημερώσουμε τα κόμματα και τον ελληνικό λαό για τις μεγάλες αποφάσεις.
Εντός της εβδομάδος – και τώρα μετά την ανάδειξη της νέας ηγεσίας της Ν.Δ. – θα ζητήσω από τα κόμματα να ορίσουν τους εκπροσώπους τους στο Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής, ώστε να συνέλθει το συντομότερο δυνατόν. Με τη νέα χρονιά θα προγραμματίσουμε και νέα συνάντηση της Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας.
Θέλω όμως και η σημερινή μας συζήτηση να χρησιμεύσει ως πλαίσιο ώριμου και γόνιμου διαλόγου.
Πριν μπω στην ουσία των ερωτημάτων που θέσατε θέλω να τονίσω τούτο: Ασκούμε εξωτερική πολιτική με αυτοπεποίθηση γιατί έχουμε καθαρές θέσεις και υπηρετούμε οικουμενικές αξίες.
Έχουμε αυτοπεποίθηση – οφείλουμε να έχουμε αυτοπεποίθηση – γιατί έχουμε το δίκιο με το μέρος μας και μπορούμε να κοιτάζουμε τους συνομιλητές μας – τον όποιο συνομιλητή μας – στα μάτια.
Όποιος έχει να πει κάτι χρήσιμο και εποικοδομητικό, βεβαίως θα τον ακούσουμε – και θα το λάβουμε υπόψιν. Είμαστε ανοικτοί σε ιδέες και δεν διεκδικούμε το αλάθητο. Θέλουμε να δουλέψουμε με όλες τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου προς όφελος της πατρίδας. Θέλουμε να πάμε τη χώρα εκεί που της αξίζει. Να την πάμε μπροστά και να της δώσουμε τη φωνή που άδικα μας στερήθηκε τα τελευταία χρόνια.
Ως προς τα ελληνοτουρκικά και τα ευρωτουρκικά, οι θέσεις μας ήταν και είναι πάντα καθαρές. Ο Γιώργος Παπανδρέου, ο σημερινός Πρωθυπουργός της χώρας με την ευρεία λαϊκή εντολή, είναι ο βασικός αρχιτέκτονας της ελληνο-τουρκικής προσέγγισης. Είναι ο άνθρωπος που υλοποίησε την «κοινοτικοποίηση» των προβλημάτων που δημιουργεί η Τουρκία στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις.
Και είμαι υπερήφανος που δούλεψα δίπλα του για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής από το 1999 και που είδα να γίνεται πραγματικότητα το σημαντικότερο αποτέλεσμά της, η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτή η πολιτική που χάραξε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ παρέμεινε έκτοτε ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία, χωρίς να έχουν αμφισβητηθεί οι βασικές αρχές και το πλαίσιό της, ούτε από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Στα ελληνοτουρκικά θέλουμε να ξαναπιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε το 2004. Δηλαδή:
Πρώτον, να προωθήσουμε περαιτέρω και να εμβαθύνουμε την ελληνο-τουρκική συνεργασία στους τομείς εκείνους όπου δεν σημειώνεται αντιπαλότητα, από την οικονομία και τον τουρισμό, μέχρι την ενέργεια και τον πολιτισμό.
Αυτή η πολιτική έχει ωφελήσει την Ελλάδα, την οικονομία της και τους πολίτες, ακόμη και στην καθημερινότητά τους – θα μας ωφελήσει και πάλι.
Δεύτερον, να συνεχίσουμε τις προσπάθειες για τη βελτίωση του κλίματος σε στρατιωτικό επίπεδο και για τη μείωση της έντασης, μέσω της υιοθέτησης κατάλληλων μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, και
Τρίτον, να αναζωογονήσουμε τις «διερευνητικές επαφές» για το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας με σοβαρό τρόπο.
Οι «διερευνητικές επαφές» δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων επίλυσης του νομικού ζητήματος της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και επομένως θα πρέπει να καταλήξουν σε κάποιο αποτέλεσμα, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
Ειδικά ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα θα ήθελα να κάνω ορισμένες διευκρινίσεις προς αποφυγή παρερμηνειών.
Η χώρα μας θεωρεί ως μόνη νομική διαφορά, την οποία είναι διατεθειμένη να συζητήσει, όπως εξάλλου προβλέπει και η ισχύουσα σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.
Σε περίπτωση που καταστεί σαφές ότι δεν είναι δυνατή η επίτευξη, εντός εύλογου χρόνου, συμφωνίας επί της ουσίας της οριοθετήσεως στο πλαίσιο των διερευνητικών, τότε η μόνη λύση που απομένει είναι η παραπομπή του ζητήματος στη διεθνή δικαιοσύνη και συγκεκριμένα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης – όπως εξάλλου έχουν κάνει πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και αρκετές ευρωπαϊκές, για τη διευθέτηση τέτοιου είδους διαφορών.
Τα όποια άλλα ζητήματα που μπορεί να θέτει η Τουρκία στο Αιγαίο αποτελούν μονομερείς διεκδικήσεις της Τουρκίας σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας, και ως εκ τούτου – και το έχω τονίσει επανειλημμένως – δε μπορούν να τεθούν ούτε καν υπό συζήτηση.
Δεν συζητούμε άλλα θέματα. Τέλος.
Και επειδή θέσατε στις παρεμβάσεις σας το θέμα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη, θέλω να ξεκαθαρίσω για άλλη μια φορά ένα πράγμα: Η Τουρκία, ο όποιος Τούρκος αξιωματούχος μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Η κυβέρνηση δεν συζητάει θέματα μουσουλμανικής μειονότητας, δηλαδή θέματα Ελλήνων πολιτών με τρίτες χώρες. Και επιτέλους, ακούστε μια φορά το τι σας λέει η Ελληνική κυβέρνηση.
Η διαπίστωση αυτή με οδηγεί στον έτερο μείζονα άξονα της πολιτικής μας έναντι της Τουρκίας, δηλαδή στην «κοινοτικοποίηση» των προβλημάτων που μας δημιουργεί η Τουρκία, η οποία πήρε σάρκα και οστά στο Ελσίνκι, τον Δεκέμβριο του 1999.
Τότε τέθηκε ως προϋπόθεση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, ο σεβασμός της καλής γειτονίας και της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με τους γείτονές της, συμπεριλαμβανομένης, εάν τούτο καθίσταται αναγκαίο, και της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, με χρονικό ορίζοντα το έτος 2004.
Με άλλα λόγια, στο Ελσίνκι η διευθέτηση των προβλημάτων που δημιουργεί η Άγκυρα και ταλανίζουν τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις κατέστη ικανή και αναγκαία συνθήκη για την πρόοδο της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας και μάλιστα τέθηκε και χρονικό όριο για την εκ μέρους της εκπλήρωση των ενταξιακών υποχρεώσεων που σχετίζονται με τα προβλήματα αυτά.
Δυστυχώς, το χρονικό αυτό όριο ήρθη, αφαιρώντας έτσι, στην ουσία, την πίεση από την Τουρκία. Υπάρχουν ευθύνες. Έχουμε μιλήσει επανειλημμένως για μεγάλες χαμένες ευκαιρίες – για ιστορικές ευκαιρίες, τις οποίες είχαμε δημιουργήσει εμείς οι ίδιοι με την πολιτική που ασκήσαμε.
Οφείλονται ακόμα, πέντε χρόνια μετά, εξηγήσεις γιατί ο κ. Καραμανλής αποφάσισε να δώσει το πράσινο φως στην Τουρκία, και μάλιστα από το CNN.
Η ιστορία θα τα κρίνει αυτά – και ήδη η πρώτη κρίση επήλθε στις πρόσφατες τελευταίες εκλογές.
Εμείς υποστηρίζουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της γείτονος, όχι μόνον διότι είναι πολύτιμο εργαλείο για την επίλυση των προβλημάτων που προκαλεί η Τουρκία, αλλά γιατί, βλέποντας μακρύτερα, αυτό υπηρετεί το συμφέρον μας.
Προτιμούμε να έχουμε ως γείτονα μια ευρωπαϊκή χώρα, μια σταθερή δημοκρατία που θα σέβεται την καλή γειτονία, ένα κράτος δικαίου που θα σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη θρησκευτική ελευθερία και τις μειονότητες.
Όχι ένα κράτος οι δομές και η λειτουργία του οποίου δεν ανταποκρίνονται στα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Σκοπός μας είναι να αξιοποιήσουμε την ενταξιακή προοπτική και πορεία της Τουρκίας εποικοδομητικά προκειμένου να ωθήσουμε την γείτονα στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων και της υιοθέτησης συμπεριφοράς που θα σέβεται την καλή γειτονία και τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες.
Και διαπραγματευόμενοι σκληρά κάθε κεφάλαιο, σημείο προς σημείο, να κερδίσουμε από τη διαδικασία προσαρμογής της Τουρκίας, οφέλη και στις διμερείς μας σχέσεις.
Η Τουρκία δεν θα λάβει λευκή επιταγή. Το αντίθετο: Όπως κάναμε και στο παρελθόν, η κυβέρνηση αυτή θα ξανακάνει τον σεβασμό της καλής γειτονίας και την ειρηνική επίλυση των διαφορών, προϋποθέσεις επί τη βάσει των οποίων θα κρίνεται και θα αξιολογείται η πρόοδος της ενταξιακής πορείας της γείτονος.
Προς αυτήν την κατεύθυνση θα εξακολουθήσουμε να κινούμαστε, φέρνοντας τα προβλήματα που μας δημιουργεί η Τουρκία στο ευρωπαϊκό και διεθνές προσκήνιο και απαιτώντας τη συμμόρφωσή της προς το διεθνές δίκαιο και τις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Την περασμένη εβδομάδα και παρά την ελλιπή προετοιμασία από την προηγούμενη κυβέρνηση, καταφέραμε να βάλουμε κάποια πράγματα, πάλι, στη σωστή τους θέση.
Οι προσπάθειές μας αρχίζουν να αποδίδουν καρπούς, οι οποίοι καταγράφονται στα συμπεράσματα του τελευταίου Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων.
Είμαστε μόνο στην αρχή, και μας περιμένει ακόμα πολλή δουλειά, για να κερδίσουμε τον χαμένο χρόνο.
Ξαναπιάνουμε το νήμα σε πολύ διαφορετική διεθνή συγκυρία και θα χρειασθεί ακόμη πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για να ξαναδιαμορφώσουμε το σωστό πλαίσιο για την υλοποίηση των στόχων μας.
Όμως έχουμε αυτοπεποίθηση, έχουμε σχέδιο, εμπειρία και τη σιγουριά ότι θα τα καταφέρουμε.
Στο ζήτημα της ονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η «Εθνική Κόκκινη Γραμμή» είναι κατάκτηση που πρέπει να διαφυλάξουμε, γιατί αυτή αποτελεί και την διαπραγματευτική μας δύναμη. Το ΠΑΣΟΚ διαμόρφωσε αυτή την «Κόκκινη Γραμμή» και η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων συντάχθηκε μαζί μας στη Βουλή των Ελλήνων. Αποδεχόμαστε ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό που θα ισχύει έναντι όλων και για όλες τις περιπτώσεις, erga omnes.
Η θέση αυτή μας οδήγησε στην αυτονόητη απόφαση του Βουκουρεστίου. Η θέση αυτή κατέδειξε στα μάτια της διεθνούς κοινότητας ότι η Ελλάδα δίκαια αγωνίζεται για την ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά της και αντιστέκεται στην προσπάθεια υφαρπαγής της.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το Συμβούλιο αποφάσισε ότι η λύση του ζητήματος είναι απαραίτητη και ουσιώδης προκειμένου να πραγματοποιήσουν τα Σκόπια περαιτέρω βήματα στην ενταξιακή της πορεία.
Την περασμένη εβδομάδα παραπέμψαμε την εξέταση του θέματος της έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων των Σκοπίων στις καλένδες της επόμενης Προεδρίας κι ας έδωσε μάχη η Προεδρία να δημιουργήσει πλασματική εικόνα για τα Σκόπια και να επιβάλει την έναρξη διαπραγματεύσεων.
Η Ελλάδα, με λόγο θετικό, με απτές πρωτοβουλίες και δραστήρια διπλωματία, απέδειξε στο σύνολο των εταίρων ότι είναι η κινητήρια δύναμη της ενταξιακής προοπτικής των Βαλκανίων. Με την πρότασή μας, την «Ατζέντα 2014», ξαναδίνουμε δυναμική στην ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της περιοχής μας.
Ταυτόχρονα, με δυναμικές πρωτοβουλίες, ο Έλληνας Πρωθυπουργός συνάντησε δύο φορές τον Πρωθυπουργό της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και έδειξε σε όλο τον κόσμο ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Δεν αλλάζει όμως το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης. Το είπαμε πολλές φορές και δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω.
Η διαπραγμάτευση γίνεται στο πλαίσιο του ΟΗΕ και βάσει των σχετικών Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Όμως, απευθείας συναντήσεις, ακόμη και σε επίπεδο Πρωθυπουργών, μπορούν να δώσουν θετική δυναμική.
Μπορούν να ωφελήσουν και, εν πάση περιπτώσει, η Ελλάδα με τα ισχυρά επιχειρήματα και τις καθαρές θέσεις, η Ελλάδα με την ξεκάθαρη «Εθνική Κόκκινη Γραμμή», δεν έχει κανένα λόγο να τις φοβάται. Όχι μόνο δεν τις φοβούμαστε – τις επιδιώκουμε.
Τα συμπεράσματα του Συμβουλίου έγιναν δεκτά με επιφύλαξη στα Σκόπια. Η ηγεσία της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας φαίνεται ότι επέλεξε να δημιουργήσει περιβάλλον περιχαράκωσης και πολιορκίας, διεγείροντας για άλλη μια φορά εθνικιστικά αντανακλαστικά. Δεν είναι αυτό το μήνυμά μας.
Η Ελλάδα θέλει και μπορεί να προωθήσει την ένταξη των Σκοπίων, αλλά προϋπόθεση για αυτό είναι η επίλυση του ζητήματος της ονομασίας. Ο κ. Γκρουέφσκι κρατάει στα χέρια του το μέλλον της χώρας του. Μπορεί να γίνει ο ηγέτης που εξασφάλισε το ευρωπαϊκό της μέλλον. Ή μπορεί να μείνει στην ιστορία ως ο άνθρωπος που καθυστέρησε τη χώρα του από την εκπλήρωση της ευρωπαϊκής της ολοκλήρωσης και την έστρεψε στο εθνικισμό του βαλκανικού παρελθόντος. Αυτή τη στιγμή το κλειδί είναι ακόμα στα χέρια του κ. Γκρουέφκι. Αλλά τελικά, έρχεται η στιγμή που ο λαός κρίνει και αξιολογεί.
Εμείς έχουμε σκοπό να απευθυνθούμε και στον γειτονικό λαό για να του δώσουμε να καταλάβει ότι η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός οραματίζεται ένα κοινό μέλλον ειρήνης και συνεργασίας, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικογένειας.
Κλείνω με το μεγάλο θέμα της εξωτερικής μας πολιτικής, που είναι συνάμα και μια από τις μεγαλύτερες αδικίες που πρέπει να αποκατασταθούν στην Ευρώπη.
Το Κυπριακό είναι ζήτημα εισβολής και στρατιωτικής κατοχής εδάφους ενός Κράτους-Μέλους της Ε.Ε. από μια υποψήφια προς ένταξη χώρα. Είναι ζήτημα στρατιωτικής κατοχής εδάφους ενός Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ από ένα άλλο. Το Κυπριακό είναι ντροπή για τις ευρωπαϊκές αξίες και φανερώνει τις στρεβλώσεις του διεθνούς συστήματος που ανέχεται τη διαιώνιση αυτής της κατάστασης.
Ο Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας έχει αναλάβει θαρραλέα πρωτοβουλία και οι διαπραγματεύσεις υπό τα Ηνωμένα Έθνη βρίσκονται σε εξέλιξη. Η Ελλάδα στηρίζει τη διαδικασία, ξεκαθαρίζοντας ότι αυτή πρέπει να είναι μια «κυπριακή» διαδικασία, που θα δώσει «κυπριακή» λύση. Δεν υπάρχει θέση για τεχνητά χρονοδιαγράμματα, επιδιαιτησίες, εκβιασμούς και απειλές για διχοτόμηση.
Το τόνισα και στην παρέμβασή μου στο τελευταίο Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών – αποκρούοντας τις σχετικές επιθέσεις, ακόμα και απειλές κάποιων εταίρων. Λύση δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική, στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ και με πλήρη σεβασμό στο κοινοτικό κεκτημένο. Λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Λύση που θα επιτρέψει στο σύνολο του κυπριακού λαού, σε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους, να απολαύσουν τα οφέλη της συμμετοχής της χώρας τους στην ευρωπαϊκή οικογένεια και στην ασφάλεια που αυτή προσφέρει. Λύση που θα απελευθερώσει την Κύπρο από το παρωχημένο σύστημα εγγυήσεων και θα διαγράψει μια για πάντα αποικιοκρατικά κατάλοιπα του παρελθόντος.
Την περασμένη εβδομάδα, Ελλάδα και Κύπρος δώσαμε από κοινού μια σκληρή διπλωματική μάχη σε όχι φιλικό περιβάλλον. Η μάχη ήταν δύσκολη, αλλά μας ικανοποιεί το γεγονός ότι η θέση που υιοθετήσαμε ήταν σαφής και κατηγορηματική, ήταν θέση κοινή – Ελλάδα και Κύπρος με μία, ενιαία φωνή:
Η Άγκυρα φέρει ακέραια την ευθύνη για τη μη εκπλήρωση των ενταξιακών υποχρεώσεών της έναντι της Κύπρου και για τη διατήρηση των κυρώσεων, δηλαδή του παγώματος των οκτώ κεφαλαίων. Πολλές χώρες, με μπροστάρηδες τη σουηδική Προεδρία και το Ηνωμένο Βασίλειο, εμπόδισαν, με κάθε τρόπο, την επιβολή συλλογικών επιπρόσθετων κυρώσεων. Ελλάδα και Κύπρος, μαζί με μερικές ακόμα χώρες, ξεκαθαρίσαμε ότι οφείλουμε, χάριν της αξιοπιστίας της Ένωσης, να πάρουμε στάση – σαφή στάση. Με την πλήρη στήριξη της Ελλάδας, η Κυπριακή Δημοκρατία προέβη σε μονομερές πάγωμα και άλλων κεφαλαίων.
Σε κάθε περίπτωση, είναι ξεκάθαρο ότι η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί εάν η Άγκυρα δεν αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία και δεν εξομαλύνει τις σχέσεις μαζί της. Και βεβαίως εάν δεν λυθεί το Κυπριακό. Η Κυπριακή Δημοκρατία - και αυτό ας το καταλάβουν όλοι πλέον – βρίσκεται σε θέση ισχύος, την οποία έχει αποκτήσει χάρη στην ένταξή της στην Ε.Ε.
Το περιβάλλον στο οποίο καλούμαστε να ασκήσουμε εξωτερική πολιτική είναι δύσκολο, είναι ρευστό, είναι απαιτητικό. Αναλαμβάνουμε μετά από μια περίοδο αδράνειας, που χαρακτήρισε γενικά τη διακυβέρνηση Καραμανλή. Ακολουθούμε δυναμική εξωτερική πολιτική. Επιθετική, με πρωτοβουλίες, έξυπνη. Ανατρέπουμε τα δεδομένα και δεν φοβόμαστε να εξετάσουμε καινούργιες ιδέες και προσεγγίσεις. Έχουμε ανοιχτό μυαλό. Και δεν αποφεύγουμε την επαφή με οποιονδήποτε, εάν αυτό επιβάλει το συμφέρον της χώρας.
Θέλουμε τη συναίνεση με τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου και δεν θα διστάσουμε να υιοθετήσουμε ιδέες και προτάσεις άλλων, εάν είναι καλές και υπηρετούν τους στόχους της πατρίδας μας. Πάνω απ’ όλα όμως είμαστε αποφασισμένοι να αφήσουμε πίσω μας τη φοβική εξωτερική πολιτική που βάζει όρια στους ορίζοντες της Ελλάδας. Έχουμε αυτοπεποίθηση, έχουμε όραμα, έχουμε στόχους. Αυτό αξίζει η Ελλάδα, αυτό αξίζουν οι Ελληνίδες και οι Έλληνες. Και έχουμε τη δύναμη και τον τρόπο να τα κάνουμε πραγματικότητα. Σε αυτή την προσπάθεια θέλουμε όλες τις δυνάμεις του τόπου μαζί μας.
Σας ευχαριστώ!
14 Δεκεμβρίου, 2009