Ομιλία ΥΦΥΠΕΞ Δ. Κούρκουλα με θέμα «Ευρωσκεπτικισμός, Άνοδος της Ακροδεξιάς: Ποιος φταίει;» στην εκδήλωση του NOUVEL OBSERVATEUR «Τολμήστε για τη Δημοκρατία»

Η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε σήμερα

«Όλοι ξέρουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει σήμερα τη σημαντικότερη ίσως πρόκληση της ιστορίας της.

Εν μέσω μιας δισεπίλυτης οικονομικής κρίσης, η Ευρώπη καλείται, όχι μόνο να υπερβεί τις συνέπειες της ύφεσης, αλλά και να ξανακερδίσει την καρδιά και τον νου των ευρωπαίων πολιτών.

Η δυσπιστία των πολιτών προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην βαθειά κρίση και στην αίσθηση ότι η ΕΕ δεν είχε τα απαραίτητα εργαλεία, για να την αντιμετωπίσει.

Οφείλεται, όμως και σε δύο άλλους σημαντικούς, κατά τη γνώμη μου παράγοντες: την υποχώρηση του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Μοντέλου και την καθυστέρηση σε θέματα διαφάνειας και δημοκρατικής νομιμοποίησης των ευρωπαϊκών θεσμών και διαδικασιών.

Πολλά έχουν γραφτεί και λεχθεί, για την κρίση και τον τρόπο αντιμετώπισής της. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες.

Ο διάλογος για το θέμα της κρίσης, των μνημονίων και της τρόικας έχει αξιοποιηθεί τόσο από ευρωσκεπτιστικά κόμματα, από αντιευρωπαϊκά, από κρυπτο-αντιευρωπαϊκά αλλά και από άλλα που βρίσκονται εκτός δημοκρατικού φάσματος.

Πρέπει λοιπόν εμείς, όσοι πιστεύουμε στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, να δώσουμε μία απάντηση στα εύλογα ερωτήματα και κυρίως να δώσουμε μία νέα αφήγηση για το μέλλον της Ευρώπης.

Ευρώπη δεν είναι η ανεργία και ύφεση, δεν είναι η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους.

Μερικοί λένε ότι, για να σωθεί η Ευρώπη, πρέπει να καταλυθεί η ΕΕ. Άλλοι πάλι ισχυρίζονται ότι, για να επιβιώσει η ΕΕ, πρέπει να καταργηθεί το κοινό νόμισμα.

Η κρίση που πέρασε το Ευρώ και η Ευρώπη μετά το 2008, και που ακόμα δεν έχει κλείσει τον κύκλο της, εκφράζει το μέγεθος του προβληματικού αρχικού σχεδιασμού.

Η αρχική σύλληψη ως ιδέα δεν ήταν προβληματική.

Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση όμως ήταν ελλειμματικοί για μια σειρά από λόγους που έχουν αναλυθεί εξαντλητικά στο δημόσιο διάλογο στο παρελθόν και δεν υπάρχει λόγος να επαναληφθούν.

Λάθη έγιναν επίσης και στην αντιμετώπιση της ίδιας της κρίσης όταν αυτή ξέσπασε το 2008 αλλά και αργότερα.

Φυσικά, μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχουν και τα κράτη μέλη.

Σε μια σειρά από χώρες, κυρίως, αλλά όχι μόνο, στη Νότια Ευρώπη και, φυσικά, στην Ελλάδα, είχαμε πάμπολλους πρωταγωνιστές του δράματος.

Η έκταση και η ένταση της κρίσης και η συνακόλουθη ύφεση και ανεργία κλόνισαν την εμπιστοσύνη σημαντικού μέρους των Ευρωπαίων πολιτών στην ικανότητα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος να εφαρμόσει αξιόπιστη και αποτελεσματική πολιτική για την επιστροφή στην ευημερία, την οικονομική ανάκαμψη και σε υψηλά επίπεδα απασχόλησης.

Ιστορικά η νομιμοποίηση που απολάμβανε η ιδέα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αλλά και οι ίδιοι οι θεσμοί της Ένωσης ήταν το αποτέλεσμα μιας ex post διαδικασίας. Οι Ενωσιακοί θεσμοί εξασφάλιζαν την αδιατάρακτη ειρήνη, την ευημερία και την ασφάλεια για όλους τους πολίτες της Ένωσης.
Αυτό το θετικό αποτέλεσμα οδηγούσε στην, εκ των υστέρων, νομιμοποίηση τους. Αυτή η σχέση έχει διαταραχτεί σήμερα με δεδομένη την αδυναμία της Ένωσης να βγει από την κρίση.

Είναι σαφές ότι η οικονομική και κοινωνική κρίση έχει ήδη εξελιχθεί σε πολιτική. Υπάρχει κρίση εμπιστοσύνης στην ευρωπαϊκή ιδέα.

Για να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη, πρέπει η Ευρώπη συλλογικά αλλά και τα Κ-Μ το κάθε ένα ξεχωριστά να δώσουν πειστικές απαντήσεις στο αίτημα για υπέρβαση της κρίσης αλλά ταυτόχρονα να αποφύγουν και τα λάθη του παρελθόντος.

Πρέπει σύντομα να συμπληρωθεί η ελλειμματική αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης.
Η περίπτωση της Ελλάδας είναι φυσικά η πιο εμβληματική.

Η πρώτη ελληνική δεκαετία στην Ευρωζώνη, ήταν πρακτικά μια δεκαετία απίσχνανσης της ήδη περιορισμένης παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας.

Ο τομέας των διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών συρρικνώθηκε από 25% του ΑΕΠ το 2000 σε 20,5% το 2009, και, ακόμη χειρότερα, το μερίδιο των μεταποιητικών κλάδων και των κλάδων κάποιας «τεχνολογικής αιχμής» καταβαραθρώθηκε από το 16% του ΑΕΠ το 2000, στο 11,5% το 2009.

Ταυτόχρονα το κατά κεφαλήν χρέος κάθε πολίτη της Ελλάδας αυξήθηκε από περίπου 15.000 ευρώ το 2003 σε 29.000 το 2010, προκειμένου το κατά κεφαλήν εισόδημά του να αυξηθεί στην ίδια περίοδο από 15.600 ευρώ σε 20.400 ευρώ.

Δηλαδή το κατά κεφαλήν χρέος του Έλληνα πολίτη αυξήθηκε στη διάρκεια της περιόδου 2003-2010 κατά 90% προκειμένου να αυξηθεί το εισόδημά του μόνο κατά 30%.

Σήμερα, η Ελλάδα έχει καταβάλει ένα τεράστιο κόστος και έχει επιτύχει μια αξιοζήλευτη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών της.

Πρώτον, το εκτιμώμενο εντυπωσιακό πλεόνασμα στο εξωτερικό Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της χώρας ύψους άνω του 1,1% του ΑΕΠ το 2013 (από έλλειμμα -10,3% του ΑΕΠ το 2009).

Ήδη, το πλεόνασμα αυτό ανήλθε στο 1,6% Του ΑΕΠ στο 11μηνο του 2013, για πρώτη φορά μετά από πολλές 10ετίες.

Δεύτερον, το ανωτέρω πλεόνασμα συνδυάζεται με το γεγονός ότι η Ελλάδα κατέγραψε και σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα στη Γενική κυβέρνηση, ύψους άνω των € 1,4 δις (0,8% του ΑΕΠ ) το περασμένο έτος, από σημαντικό έλλειμμα ύψους -10,4% του ΑΕΠ το 2009.

Αυτά είναι σημαντικά επιτεύγματα. Δυστυχώς, όμως, για να επανέλθουμε στη προηγούμενη κατάσταση, έχουμε πολύ δρόμο ακόμα.

Αναφέρθηκα στην αρχή και σε δύο πρόσθετους παράγοντες δυσπιστίας των πολιτών στο ευρωπαϊκό εγχείρημα: την κοινωνική διάσταση και το δημοκρατικό έλλειμμα.

Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και ευημερίας στην ήπειρο μας, αλλά και στην προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η θέση μου είναι ότι το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο όχι μόνο δεν είναι ασύμβατο με την αποτελεσματική αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης, αλλά η ενίσχυσή του αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την υπέρβαση της. Επιπροσθέτως, αποτελεί προνομιακό πεδίο διασύνδεσης της σημερινής πολιτικής πράξης με τις καλύτερες αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι επικριτές του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου το ενοχοποιούν, για τα υψηλά ελλείμματα στην Ευρώπη.

Από πλευράς μας, όμως, θεωρούμε ότι, ειδικά στην παρούσα μακρο-οικονομική συγκυρία, το μοντέλο αυτό, του οποίου οι αρχές και αξίες εγγράφονται στις Συνθήκες, όχι μόνον δεν είναι παρωχημένο ή επισφαλές, τουναντίον παραμένει επίκαιρο και συνιστά τη μόνη ασφαλή δίοδο εξόδου από την πολυσχιδή κρίση.

Φυσικά, ο τρόπος ανάπτυξης και λειτουργίας του κοινωνικού μοντέλου είναι διαφορετικός σε κάθε κράτος-μέλος. Μπορεί να υπάρχει ένα Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο, οι σχετικές πολιτικές όμως αποτελούν σε μεγάλο βαθμό αρμοδιότητα των κρατών μελών. Και είναι τα ίδια τα κράτη μέλη που έχουν την ευθύνη της διαφύλαξης του αγαθού της κοινωνικής συνοχής και της βιωσιμότητας του κοινωνικού μοντέλου.

Με δεδομένη την επιδείνωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας και στην άνοδο της ανεργίας στην Ευρώπη, η απαξίωση και η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους γεννά έντονο σκεπτικισμό για το μέλλον του ενωσιακού εγχειρήματος και τη συνοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Η διαμόρφωση των κοινωνικών πολιτικών στην σημερινή Ευρώπη των «28» δεν πρέπει να έχει όμως μόνο έναν απλό επιδοματικό χαρακτήρα, αλλά είναι ανάγκη να διαμορφώνει ένα νέο πλαίσιο οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής για την παροχή κινήτρων ένταξης των πολιτών στην παραγωγική και πολιτική διαδικασία.


Ο ρόλος του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου δεν είναι μόνο να προστατεύει τους αδύναμους, αλλά να διασφαλίζει ενεργούς κοινωνικούς ρόλους για όλους τους πολίτες.

Κοινός στόχος πρέπει να είναι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών της ΕΕ στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ώστε να συμμετέχουν ενεργά και αποτελεσματικά στις προσπάθειες της ΕΕ να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, που αποτελούν τροχοπέδη στην ανάπτυξη και την ευημερία, μέσω της ενίσχυσης της δημοκρατικής νομιμοποίησης και της λογοδοσίας των ευρωπαϊκών θεσμών.

Σε ότι αφορά το θεσμικό επίπεδο, θα πρέπει να εκκινήσουμε από την υπόθεση ότι η Ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν μπορεί πλέον να προχωρήσει «ερήμην της κοινωνίας» αλλά με την άμεση και ενεργό σύμπραξη της κοινωνίας και των πολιτών.

Θα πρέπει, επομένως, να αναζητήσουμε τρόπους, διαδικασίες, ρυθμίσεις για την πλέον ενεργό συμμετοχή των πολιτών και της κοινωνίας στην ενοποιητική διαδικασία.

Στη λογική αυτή μπορούμε να εξετάσουμε:

Την παραπέρα ενίσχυση των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων ως των κεντρικών φορέων άρθρωσης των απόψεων, αιτημάτων, επιδιώξεων των ευρωπαίων πολιτών.

Την πληρέστερη πρόσβαση των Ευρωπαίων πολιτών στις πηγές πληροφόρησης για τις δραστηριότητες των οργάνων της Ένωσης μέσα σε ένα νέο καθεστώς διαφάνειας.

Ωστόσο, όσο σημαντικές και αν είναι οι θεσμικές καινοτομίες και ρυθμίσεις, από μόνες τους, δεν θα φέρουν τους Ευρωπαίους πολίτες πλησιέστερα, προς το σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Ευρωπαϊκός Δήμος δεν θα δημιουργηθεί απλά και μόνο μέσα από τις θεσμικές ρυθμίσεις.

Θα δημιουργηθεί μέσα από τις κατάλληλες πολιτικές και δράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα πιστοποιούν ότι η Ένωση εργάζεται, για την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων των πολιτών, την οικονομική και κοινωνική ευημερία, την απασχόληση, την αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων της εποχής, από την κλιματική αλλαγή μέχρι την ενεργειακή ασφάλεια και παγκοσμιοποίηση. Το πρσεχές Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου μπορεί και πρέπει να δώσει θετικά μηνύματα.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι χρέος όλων των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης είναι να αναδείξουμε και αποδείξουμε ότι η λύση στα πολλά και σύνθετα προβλήματα ευρίσκεται στην εμβάθυνση της δημοκρατίας και της κοινωνικής διάστασης της Ευρωζώνης, στην ενίσχυση των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ενεργό συμμέτοχη των πολιτών στα δρώμενα εντός της Ένωσης.

Η καταφυγή σε ακραίες θέσεις και καταδικασμένες από την ιστορία πολιτικές, δεν αποτελούν λύση, δεν συνάδουν με τις δημοκρατικές παραδόσεις της Ευρώπης και πρέπει να καταδικάζονται εν τη γενέσει τους.

Καθήκον μας είναι οι θεσμοί της Ένωσης να καταστούν περισσότερο «φιλικοί» στον απλό πολίτη, να του μεταδώσουμε την αίσθηση ότι δεν πρόκειται για ένα απόμακρο γραφειοκρατικό οργανισμό, αλλά για ένα «εργαλείο», το οποίο ανήκει στους λαούς της Ευρώπης και εργάζεται για το κοινό καλό.

Οι επερχόμενες ευρωεκλογές αποτελούν ιδανική ευκαιρία για να ανανεωθεί η εμπιστοσύνη του πολίτη προς το κοινοτικό οικοδόμημα.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.»

7 Φεβρουαρίου, 2014