Ομιλία Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, σε συζήτηση με θέμα «Μια νέα γεωπολιτική τάξη: Η Νοτιοανατολική Ευρώπη και η Μεσόγειος στο σταυροδρόμι των παγκόσμιων αλλαγών», στο 6ο «Thessaloniki Metropolitan Summit» του Economist Enterprise (Θεσσαλονίκη, 04.09.2026)

Ομιλία Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, σε συζήτηση με θέμα «Μια νέα γεωπολιτική τάξη: Η Νοτιοανατολική Ευρώπη και η Μεσόγειος στο σταυροδρόμι των παγκόσμιων αλλαγών», στο 6ο «Thessaloniki Metropolitan Summit» του Economist Enterprise (Θεσσαλονίκη, 04.09.2026)

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Σας ευχαριστώ θερμά, καταρχάς, για την πρόσκληση. Είναι πραγματικά εξαιρετικό που βρίσκομαι εδώ, στο συνέδριο του Economist. Και ευχαριστώ θερμά και το Power Game.

Είναι θαυμάσιο που μου δίνεται η ευκαιρία να βρίσκομαι εδώ, στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με μεγάλη ιστορία και, πάνω απ’ όλα, μια πόλη που συνδέει τα Βαλκάνια με την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Νομίζω ότι είναι σημαντικό να στείλουμε ένα μήνυμα από εδώ, από τη Θεσσαλονίκη, ότι αυτή η περιοχή έχει κρίσιμη σημασία για την Ευρώπη και για τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.

Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε σήμερα εν μέσω μιας καταιγίδας. Πρόκειται, πιθανότατα, για τη χειρότερη περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Συντελούνται ορισμένες τεκτονικές γεωπολιτικές αλλαγές. Βλέπουμε μια σαρωτική ανατροπή των γεωστρατηγικών ενεργειακών οδών και των οδών διασυνδεσιμότητας. Νομίζω ότι το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο που παρατηρούμε αυτή τη στιγμή είναι ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι, ταυτόχρονα, με τρία πολύ ιδιαίτερα πολιτικά φαινόμενα.

Το πρώτο είναι οι μείζονες αλλαγές που συντελούνται στο γεωπολιτικό πεδίο παγκοσμίως. Το δεύτερο είναι η σημαντική μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η πολιτική επικοινωνία. Και αναφέρομαι πρωτίστως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία έχουν ανατρέψει πλήρως το τοπίο των μέσων ενημέρωσης και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ενημερώνονται, δημιουργώντας παράλληλα δυνατότητες ανάπτυξης της παραπληροφόρησης και της ψευδούς πληροφόρησης σε παγκόσμια κλίμακα.

Και το τρίτο είναι ότι βιώνουμε μια νέα εποχή βιομηχανικής επανάστασης, με την έννοια ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει πλήρως, όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι άνθρωποι, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι πολιτικές εκστρατείες, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι φαίνεται να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα. Η ίδια η πραγματικότητα έχει καταστεί πλέον ένα εξαιρετικά θολό ζήτημα. Νομίζω ότι σήμερα ζούμε σε μια εποχή πολιτικού ιμπρεσιονισμού μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης.  Έχουμε, λοιπόν, αυτά τα τρία φαινόμενα: τις τεκτονικές γεωπολιτικές αλλαγές, την Τεχνητή Νοημοσύνη ως μια νέα επαναστατική εποχή και την αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης.

Τα φαινόμενα αυτά υπήρχαν και στο παρελθόν, αλλά όχι όλα ταυτόχρονα. Και αυτό συνιστά στην πραγματικότητα ένα εξαιρετικά εκρηκτικό μείγμα, διότι γεννά μια σειρά από αφηγήματα, τα οποία δεν μπορούν να σταθούν. Νομίζω ότι πρόκειται πραγματικά για τη χρυσή εποχή του λαϊκισμού και των δημαγωγών, διότι πλέον υπάρχουν τα μέσα για την προώθηση αυτών των ψευδών αφηγημάτων. Και, από την άλλη πλευρά, υπάρχει άφθονος χώρος για πλήρη χειραγώγηση των ανθρώπων. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα πολύ σύνθετο πεδίο. Και βλέπουμε, ως παράπλευρο φαινόμενο, κάτι που δεν είναι πολύ θετικό, ούτε αισιόδοξο: την υποχώρηση της διεθνούς πολυμέρειας και του Διεθνούς Δικαίου. Πρόκειται για μια κατάσταση πραγματικά τρομακτική, υπό την έννοια ότι ένας από τους βασικούς πυλώνες του μεταπολεμικού κόσμου ήταν η ύπαρξη μιας σταθερής διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφάλειας.

Δυστυχώς, σήμερα βρισκόμαστε σε ένα πολύ ασταθές περιβάλλον. Το Διεθνές Δίκαιο εξακολουθεί να αποτελεί τη δύναμη των αδυνάμων, ωστόσο θεωρώ ότι πλέον, σε μεγάλο βαθμό, ισχύει «το δίκαιο του ισχυρού» και πρέπει να αναπτύξουμε συνέργειες, ώστε να οικοδομήσουμε ισχυρές συμμαχίες υπέρ του Διεθνούς Δικαίου και της πολυμέρειας, απέναντι στη δύναμη ισχυρών κρατών και ηγετών.

Αυτό δεν μπορεί να γίνει από ένα μόνο κράτος ή από έναν μόνο ηγέτη. Εάν, όμως, ενωθούμε προς αυτόν τον ευγενή σκοπό, πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να βρεθούμε σε θέση να ορθώσουμε ένα ανάχωμα απέναντι σε κάθε είδους αναθεωρητισμό και αυταρχισμό.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Ας επιστρέψουμε για λίγο σε εσάς, κύριε Υπουργέ. Έχω μία ερώτηση και για τους δύο σας, αλλά θεωρώ ότι χρειάζεται να τεθεί με ελαφρώς διαφορετικό τρόπο στον καθένα. Η Ελλάδα πέρασε, όπως είναι γνωστό, μια πολύ δύσκολη περίοδο πριν από περίπου μία δεκαετία. […] Στο πλαίσιο όσων συζητήσαμε, της μεταβαλλόμενης πορείας της ίδιας της Ελλάδας και του μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λειτουργείτε, πώς αντιλαμβάνεστε σήμερα την ευθύνη της Ελλάδας ως μέλους της παγκόσμιας κοινότητας;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Είναι πολύ εύκολο να θέσει κανείς αυτή την ερώτηση, αλλά πολύ φιλόδοξο να αναμένει από εμένα να την απαντήσω μέσα σε λίγα λεπτά. Νομίζω ότι έχετε απόλυτο δίκιο και ότι θέτετε το ζήτημα πολύ εύστοχα, επισημαίνοντας ότι η δύσκολη οικονομική περίοδος, την οποία περάσαμε, αποτέλεσε πράγματι ορόσημο για την Ελλάδα. Κατά μία έννοια, θεωρώ ότι αυτή η ατυχής περίοδος μας έδωσε ουσιαστικά την ώθηση να λειτουργήσουμε με διαφορετικό τρόπο. Έχουμε γίνει πολύ ανθεκτικοί, εκτιμώ, απέναντι στον λαϊκισμό. Είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας αυτός που αναφέρω, και θέλω να τον υπογραμμίσω, διότι η αλήθεια είναι ότι, σε μια εποχή κατά την οποία ο λαϊκισμός γνωρίζει τεράστια άνοδο σε όλη την Ευρώπη και σε ολόκληρη τη Δύση, εδώ, στην Ελλάδα, παραμένουμε πολύ ανθεκτικοί απέναντι στον λαϊκισμό.

Η δεύτερη πτυχή είναι ότι εδώ, στην Ελλάδα, αποδίδουμε πολύ μεγάλη αξία στην πολιτική σταθερότητα. Για εμάς αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, και πιστεύω ότι είναι πραγματική προϋπόθεση, για την ανάπτυξη ενός ισχυρότερου αποτυπώματος στο διεθνές περιβάλλον. Με αυτές τις δύο βασικές προϋποθέσεις, θα έλεγα ότι η Ελλάδα έχει καταστεί, ουσιαστικά, ένας πολύ ισχυρός διεθνής δρών τα τελευταία χρόνια. Καταφέραμε να ενισχύσουμε τη θέση μας, αναπτύσσοντας τις συμμαχίες μας με ισχυρούς περιφερειακούς παίκτες, όπως η Αίγυπτος, η Ινδία και το Ισραήλ, ενώ, παράλληλα, διαθέτουμε μια πολύ ισχυρή φωνή στους διεθνείς οργανισμούς.

Σε λίγες ημέρες, τον Οκτώβριο, θα αναλάβουμε την Προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, σε μια πολύ κρίσιμη συγκυρία για τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, καθώς πρόκειται να γίνει και η εκλογή του νέου Γενικού Γραμματέα. Παράλληλα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε κάθε είδους αναταράξεις σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ, ταυτόχρονα, σε λιγότερο από έναν χρόνο, θα αναλάβουμε την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεγάλο μέρος της ελληνικής Προεδρίας βρίσκεται ακόμη μπροστά μας. Και, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, η Ελλάδα βρίσκεται στην καλύτερη δυνατή θέση για να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση αυτής της νέας ατζέντας για τον κόσμο. Αυτό που θέλω να πω για τη δική μας οπτική είναι ότι, πρώτον, έχουμε μια πολύ ισχυρή, ακλόνητη προσήλωση στο Διεθνές δίκαιο και την πολυμέρεια. Έχω ήδη αναφερθεί σε αυτό, αλλά θεωρώ ότι πρέπει να προχωρήσουμε σε μια ουσιαστική επαναστάθμιση όσον αφορά τις αξίες μας. Νομίζω ότι κανείς δεν θα διαφωνούσε ότι εισερχόμαστε πλέον σε μια εντελώς διαφορετική φάση, όπου ο ρεαλισμός καθίσταται ο κυρίαρχος παράγοντας στις διεθνείς σχέσεις. Πρέπει, όμως, να επιμείνω σε αυτό και, εκ μέρους της Ελληνικής Κυβέρνησης και της ελληνικής διπλωματίας, οφείλω να πω ότι οι αξίες πρέπει να βρεθούν και πάλι στην κορυφή της ατζέντας.

Αυτό που προτείνουμε είναι το μοντέλο του ρεαλισμού που βασίζεται στις αξίες. Μας ενδιαφέρει να παράγουμε απτά αποτελέσματα για τον κόσμο, προκειμένου να προσπαθήσουμε να αποκαταστήσουμε την έννοια της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, αλλά, από την άλλη πλευρά, όμως, πρέπει να το πράξουμε επιδεικνύοντας απόλυτο σεβασμό προς τα ιδανικά που μας έφεραν μέχρι εδώ. Το δεύτερο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι η ερμηνεία του νέου διεθνούς περιβάλλοντος. Και έχω την αίσθηση ότι βρισκόμαστε σήμερα σε μια φάση μετάβασης και σε μια πολύ επώδυνη συνειδητοποίηση της νέας εποχής.

Νομίζω ότι μια σειρά διεθνών φαινομένων έχει αποδείξει ένα και μόνο πράγμα: ότι οι εξαρτήσεις δεν αποτελούν πολύ θετικό φαινόμενο στις διεθνείς σχέσεις. Έχουμε, καταρχάς, την άνοδο της Κίνας, τη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας, τη νέα αμερικανική κυβέρνηση, και υπάρχει ένα κοινό νήμα που συνδέει όλα αυτά. Αίφνης, υπάρχει ένα προειδοποιητικό καμπανάκι ότι δεν πρέπει να βασιζόμαστε υπερβολικά στις συμμαχίες, δεν πρέπει να εξαρτόμαστε υπερβολικά από πολιτικά φαινόμενα. Πρέπει να προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε έναν βαθμό αυτονομίας. Δεν λέω ότι οι συμμαχίες δεν είναι καλές. Προφανώς, σε έναν τόσο διασυνδεδεμένο κόσμο, χρειάζεται να αναπτύσσουμε ισχυρές και ανθεκτικές συμμαχίες. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν πρέπει να υπάρχει υπερβολική εξάρτηση.

Βλέπουμε πώς έχουν εξελιχθεί οι ενεργειακές διαδρομές τα τελευταία χρόνια. Μετά τη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας, καθώς και το απλό γεγονός ότι, πριν από αυτήν, η Ελλάδα και πολλά άλλα μέρη του κόσμου εξαρτώνταν υπερβολικά από το ρωσικό φυσικό αέριο, αναγκαστήκαμε να εφαρμόσουμε ένα νέο μοντέλο όσον αφορά την ενέργεια. Και σήμερα είμαστε υπερήφανοι που μπορούμε να πούμε ότι, τα τελευταία πέντε χρόνια, έχουμε καταστεί καθαροί εξαγωγείς ενέργειας εδώ στην Ελλάδα. Και, το σημαντικότερο, έχουμε καταστεί ενεργειακός κόμβος για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για την Ανατολική Μεσόγειο. Σήμερα, η Ελλάδα καλύπτει ουσιαστικά περισσότερο από το 50% των αναγκών της από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, γεγονός που σημαίνει ότι, μακροπρόθεσμα, αυτό εξασφαλίζει όχι μόνο επάρκεια ενεργειακών πόρων, αλλά και την ανθεκτικότητα του ενεργειακού μας συστήματος. Είμαστε, λοιπόν, πολύ ικανοποιημένοι γι’ αυτό.

Από την άλλη πλευρά, συνειδητοποιήσαμε ότι, όσον αφορά την ασφάλεια, η υπερβολική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες – και τώρα μιλώ ως Ευρωπαίος – είναι κάτι που πρέπει να επανεξετάσουμε. Και το πράξαμε αυτό στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Υπάρχει μια σημαντική μεταβολή της ισορροπίας όσον αφορά την αμυντική βιομηχανία. Και εδώ, ως Ευρωπαίοι, αναπτύσσουμε πλέον την ιδέα της στρατηγικής αυτονομίας, που σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε πολύ πιο αυτόνομοι στον τομέα της άμυνας. Γι’ αυτό και επενδύουμε σήμερα σημαντικά κεφάλαια στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία και στις συνέργειες όσον αφορά την άμυνα.

Δεύτερον, αναπτύσσουμε νέα μοντέλα ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την άνοδο της Κίνας ως υπερδύναμης στο διεθνές εμπόριο, και χρειάζεται να εφαρμόσουμε νέα μοντέλα και νέα εργαλεία προκειμένου να είμαστε πραγματικά ανταγωνιστικοί.

Και τρίτον, και σημαντικότερο, κάτι που αντανακλά τις αξίες μας: όλα αυτά στηρίζονται στη βασική κατανόηση ότι δεν μπορούμε να κάνουμε συμβιβασμούς ως προς τα θεμελιώδη ευρωπαϊκά μας ιδανικά, δηλαδή την κοινωνική συνοχή και τις κοινωνικές μας αξίες, οι οποίες αποτελούν πραγματικά ένα πολύ διακριτό χαρακτηριστικό της Ευρώπης.

4 Σεπτεμβρίου, 2026