Ομιλία Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, στο Συνέδριο «Thessaloniki 4.0: Innovation and Investment in a challenging Global Environment» (Θεσσαλονίκη, 09.06.2026)

Ομιλία Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, στο Συνέδριο «Thessaloniki 4.0: Innovation and Investment in a challenging Global Environment» (Θεσσαλονίκη, 09.06.2026)

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την Grant Thornton γιατί μου δίνει, πρώτα από όλα, την ευκαιρία να βρεθώ σε ένα forum, στο οποίο επικρατούν οι αριθμοί και ο ορθός λόγος, αντί για μισαλλοδοξία και πάθη, και να κάνουμε μια συζήτηση, η οποία να έχει ένα παραγωγικό αποτέλεσμα.

Σκεπτόμουν, ενώ άκουγα τις πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις και παρουσιάσεις, το πόσο μεγάλος κίνδυνος είναι τελικώς η κεντρική ομιλία να είναι τελευταία. Διότι μπορείς να έχεις προετοιμάσει κάτι στο μυαλό σου, αλλά στη συνέχεια, με τα τόσα δεδομένα, τα οποία ετέθησαν, να αναγκάζεσαι να προσαρμόσεις πολύ όλο το βήμα το οποίο αναλαμβάνεις.

Θα ήθελα να εστιάσω, λοιπόν, σε μερικά από τα ζητήματα, τα οποία ακούστηκαν, για να δούμε στην πραγματικότητα πώς διαμορφώνεται ο σύγχρονος μεταβαλλόμενος κόσμος, οι προκλήσεις, οι οποίες είναι καθημερινές και να δούμε αν μπορούμε να κάνουμε και μια πρόβλεψη για το μέλλον.

Είναι προφανές ότι κάθε πρόβλεψη έχει ένα στοιχείο διακινδύνευσης, ιδιαίτερα τώρα. Νομίζω ότι αυτό το οποίο χαρακτηρίζει τον σύγχρονο κόσμο είναι η ουσιαστική ευαλωτότητα και μεταβλητότητα. Παλαιότερα, μια κυβέρνηση, μια πολιτεία, μια ένωση κρατών, εκείνο το οποίο έκανε ήταν πρωτίστως να μπορεί να σχεδιάζει σενάρια για τα μελλούμενα. Σήμερα, είναι παντελώς αδύνατο να μπορέσει να υπάρξει οποιαδήποτε προβλεψιμότητα. Και τούτο, γιατί υπάρχει τέτοιου τύπου αλληλεπίδραση μεταξύ των παγκόσμιων φαινομένων και μια τέτοιου τύπου μεγάλη ταχύτητα, ώστε να είναι πάρα πολύ δύσκολο να κάνεις ένα σενάριο που να έχει έστω και ένα μικρό στοιχείο προβλεψιμότητας.

Και επιπλέον, υπάρχει η απόλυτη διασύνδεση όλων των φαινομένων. Δεν υπάρχει κανένα φαινόμενο, το οποίο να μην έχει υπερτοπικό χαρακτήρα. Βιώνουμε αυτή τη στιγμή τεκτονικούς μετασχηματισμούς, όχι μόνο στη διεθνή αρχιτεκτονική ασφαλείας, όπως οικοδομήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Βιώνουμε τεκτονικές αλλαγές ακόμα και στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, τη βάση της οικονομίας, ακόμη και της ελεύθερης οικονομίας, με ό,τι συμβαίνει με τον κρατικό προστατευτισμό, ο οποίος αναπτύσσεται. Άρα, δεδομένα, τα οποία είχαμε και τα οποία αντιλαμβανόμασταν ως παγκόσμιες σταθερές σήμερα εκλείπουν.

Το δε περιβάλλον είναι τέτοιο, που δημιουργεί μια πάρα πολύ μεγάλη πίεση σε όλες τις χώρες και όλες τις κυβερνήσεις. Έχουμε αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη πολυετείς πολέμους, στις πιο δύσκολες γεωπολιτικά περιοχές: στη Μέση Ανατολή, η οποία ιστορικά έχει δώσει τους μεγαλύτερους, τους πιο αιματηρούς πολέμους, και στην καρδιά της Ευρώπης, για πρώτη φορά, ουσιαστικά μετά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλαγές, οι οποίες μας αγγίζουν όλους και αναδεικνύουν τα προβλήματα και τα ελλείμματα.

Και μέσα σε αυτό, η ευρωπαϊκή οικογένεια βρίσκεται πραγματικά σε μία πολύ δύσκολη κατάσταση, να διαχειριστεί πρωτοφανή φαινόμενα, τα οποία έρχονται στη γειτονιά μας. Γιατί η πραγματικότητα είναι ότι η Ευρώπη δεν είχε ποτέ, κατά την άποψή μου, ως βασικό όχημα την ουσιαστική ανταγωνιστικότητά της απέναντι στον κόσμο. Εκείνο το οποίο η Ευρώπη αισθανόταν ως πρώτο μέλημα ήταν η εσωτερική ελεύθερη αγορά, το πώς θα λειτουργήσει εσωτερικά η ελεύθερη αγορά, έτσι ώστε να παραχθεί ένα ωφέλιμο αποτέλεσμα για τους Ευρωπαίους καταναλωτές. Η Ευρώπη δεν είδε ποτέ τον εαυτό της ως ένα ενιαίο σύνολο, το οποίο οφείλει να λειτουργεί ανταγωνιστικά απέναντι στους διεθνείς παίκτες, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Κίνα, τη Ρωσία, σήμερα την Ινδία. Ανάλωσε ένα πάρα πολύ μεγάλο κεφάλαιο στο να μπορέσει να λειτουργεί με όρους ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού μέσα στην ίδια την Ευρώπη, αλλά δεν μπόρεσε να θωρακίσει την Ευρώπη απέναντι στους εξωτερικούς κινδύνους. Και σήμερα βρίσκεται στην εξαιρετικά δύσκολη θέση να πρέπει να αναθεωρήσει με βάση τα όσα συμβαίνουν. Γιατί είναι προφανές ότι ο κρατικός παρεμβατισμός που αναπτύσσεται θα πλήξει προφανώς την Ευρώπη.

Όλη η λογική, η οποία σήμερα θέλει την ανθεκτικότητα να συνδέεται με την ισχυρή άμυνα, θα πλήξει την Ευρώπη. Γιατί η Ευρώπη ζούσε, ίσως αιθεροβατώντας, πάνω στη λογική ότι η αρχιτεκτονική ασφαλείας του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, του ΝΑΤΟ, ήταν εκείνη, η οποία θα την προστάτευε. Σήμερα αντιλαμβανόμαστε όλοι το πόσο μεγάλη ανάγκη υπάρχει για στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης για ανταγωνιστικότητα, αλλά κυρίως στην άμυνά της. Γιατί πια δεν είναι δεδομένο ότι θα έχουμε μια ειρηνική Ευρώπη εσαεί.

Με όλες αυτές τις παραδοχές, καλούμαστε να αναθεωρήσουμε όσα γνωρίζαμε. Πώς αντιδράμε απέναντι σε αυτό; Αντιδρούμε, πρώτα απ’ όλα, προσπαθώντας να φέρουμε τα δεδομένα στη σωστή τους διάσταση. Ξέρετε, πολλές φορές είναι τόσο πυκνός και ταχύς ο χρόνος που ίσως ξεχνάμε. Άκουγα τους εκλεκτούς ομιλητές να αναφέρονται στα μεγάλα προβλήματα, τα οποία υπάρχουν και πράγματι υπάρχουν τα διαρθρωτικά ζητήματα, τα οποία πλήττουν την ελληνική οικονομία. Μια οικονομία όμως που να μην ξεχνάμε ότι στην πραγματικότητα αφυπνίστηκε, όχι από λήθαργο, αλλά ουσιαστικά από επιθανάτιο ρόγχο. Η Ελλάδα έφτασε στα πρόθυρα, όχι της οικονομικής κρίσης, αλλά της θανάτωσης ουσιαστικά της οικονομίας της και από τότε που έφτασε στο απόλυτο μηδέν είμαστε μόνο 7 χρόνια μετά. Για να μπορούμε να κάνουμε συζητήσεις, οι οποίες είναι οικονομικά υπαρξιακές για τη χώρα, για το αν θα μπορέσει η χώρα να αντέξει όσα γεωπολιτικά συμβαίνουν στη γειτονιά της και στον κόσμο, αλλά από την άλλη πλευρά να μπορούμε να κάνουμε και πολυτελείς συζητήσεις για το μοντέλο το αναπτυξιακό, το οποίο θα πρέπει να αναθεωρήσουμε. Ναι, η Ελλάδα έχει διαχρονικά τεράστιες οικονομικές ασυμμετρίες. Έχει ένα μονοσήμαντο παραγωγικό μοντέλο, το οποίο δεν την έχει βοηθήσει στο να μπορέσει να αντέξει κλυδωνισμούς. Αλλά σήμερα, ας το δεχτούμε, βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή, στην οποία βρέθηκε εν μέσω της χειρότερης γεωπολιτικής συγκυρίας παγκοσμίως.

Και όλα αυτά μόλις 7 χρόνια μετά από την έξοδο από μία πολύ επώδυνη οικονομική κρίση, η οποία στοίχισε σχεδόν το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της χώρας. Για να μπορούμε σήμερα να συζητούμε εάν θα πρέπει και με ποιο τρόπο να διαφοροποιήσουμε το παραγωγικό μας μοντέλο και εάν θα πρέπει εν τέλει να αποδώσουμε ένα διαφορετικό μείγμα οικονομικής πολιτικής για να μας φέρει στον νέο κόσμο, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται. Ειπώθηκε και είναι σωστό, η κάθε κρίση παράγει ευκαιρία και παράγει ευκαιρία για την επιχειρηματικότητα, η οποία οφείλει να είναι ζωντανή, ενεργητική και να αναλαμβάνει και τις διακυβεύσεις.

Αλλά είναι εξίσου σημαντικό ως πρόκληση και για τις ίδιες τις κυβερνήσεις. Πόσες ήταν οι χώρες εκείνες, οι οποίες κατάφεραν να βγουν αλώβητες από την μεγάλη ενεργειακή κρίση, η οποία προέκυψε επέκεινα του πολέμου στην Ουκρανία; Θέλω να θυμίσω ότι η Ελλάδα είχε μια απόλυτη υπερεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, όπως οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ίσως όχι τόσο πολύ οι υπόλοιπες χώρες. Η Ελλάδα είχε μια απόλυτη υπερεξάρτηση. Παρά ταύτα, κατάφερε μέσα σε ένα εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα να διαφοροποιήσει το ενεργειακό της μείγμα, ενισχύοντας τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σήμερα, να μπορούμε να ομιλούμε ότι η Ελλάδα έχει καταστεί καθαρός εξαγωγέας ενέργειας από εκεί που ήταν εισαγωγέας και μάλιστα βαρύτατα εισαγωγέας.

Και όλα αυτά με ποιον τρόπο; Καταφέρνοντας να δημιουργήσει τους διαύλους εκείνους για να μπορέσει να καταστεί ενεργειακός κόμβος, σε όλες τις μορφές: και αγωγούς για φυσικό αέριο και ηλεκτρικές διασυνδέσεις και μεγάλη ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Και όλα αυτά σε λιγότερο από πέντε χρόνια, έτσι ώστε σήμερα το ελληνικό ενεργειακό μείγμα να αποτελείται κατά την πλειονότητά του από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Και ναι, είναι πάρα πολύ σημαντικό, σχεδόν υπαρξιακό και για τις επιχειρήσεις και για τους πολίτες και για την κοινωνική συνοχή, να υπάρχει οικονομικό ρεύμα, να υπάρχει ενέργεια, η οποία εν τέλει να είναι ανεκτή από όλους.

Αλλά από την άλλη πλευρά, η ανθεκτικότητα μιας οικονομίας εξαρτάται και από τη φύση και την ποιότητα του ενεργειακού μείγματος. Διότι είναι διαφορετικό να έχεις εξάρτηση από αλλοδαπό φυσικό αέριο ή από αλλοδαπό πετρέλαιο, σε σχέση με το να έχεις την οποιαδήποτε ένταση του ενεργειακού σου μείγματος σε κάτι, το οποίο μπορείς ο ίδιος να εξασφαλίσεις. Σήμερα η Ελλάδα, πέρα από κάθε αμφιβολία και νομίζω πέρα από κάθε πρόβλεψη, είναι ο μεγαλύτερος ενεργειακός κόμβος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Χώρα, η οποία παρέχει ενέργεια σε όλους τους γείτονές μας και αποτελεί συνθήκη ενεργειακής ασφάλειας για την ευρύτερη περιοχή μας και έτσι μας αντιλαμβάνονται και οι γείτονές μας και οι Ευρωπαίοι και οι σύμμαχοί μας.

Θα ξεκινήσω μιλώντας για μια κρίσιμη λέξη, στην οποία νομίζω όλοι πρέπει να αποδώσουμε μεγάλη έμφαση και είναι η εξωστρέφεια. Το 2019 η ελληνική κυβέρνηση έκανε μια στρατηγική επιλογή, να επενδύσει στην εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας. Επένδυσε στην πραγματικότητα διαμορφώνοντας ένα νέο οργανωτικό μοντέλο σε ό,τι αφορά την εξωστρέφεια της οικονομίας μας. Ουσιαστικά, δημιούργησε έναν πυλώνα, ο οποίος αφορά τόσο την προσέλκυση των άμεσων ξένων επενδύσεων, όσο και τις εξαγωγές και αυτός δημιουργήθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών.

Και αυτό έχει την ιδιαίτερη σημασία του, γιατί συνδέει στην πραγματικότητα την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας με τη διπλωματία και την εξωτερική πολιτική. Και στη συνέχεια, δημιούργησε τα εργαλεία εκείνα έτσι ώστε η οικονομία μας να καταστεί γνήσια εξωστρεφής. Σήμερα, οι ελληνικές επενδύσεις στο εξωτερικό έχουν πολλαπλασιαστεί. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν αυξηθεί κατά 50%. Δεν είναι ενδεχομένως οι επενδύσεις όπως θα τις φανταζόμασταν. Δεν είναι όσο παραγωγικές θα τις θέλαμε, αλλά έχουν αυξηθεί κατά 50% και θα δούμε γιατί έχουν αυξηθεί κατά 50%. Οι δε εξαγωγές μας ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν διπλασιαστεί. Και νομίζω ότι η σημερινή συνθήκη έχει διαμορφώσει μια τεράστια ευκαιρία για εκείνον τον επιχειρηματία, ο οποίος τολμά να καταστεί εξωστρεφής. Παράλληλα, δημιουργούμε και τις συνθήκες ασφαλείας, διότι η εξωστρέφεια πρέπει να κατατείνει στο να μπορέσει να απομειώσει και τους κινδύνους που παράγονται σε μια ελεύθερη και ανοιχτή οικονομία, με τον έλεγχο των ξένων επενδύσεων που έρχονται στην Ελλάδα. Η Ελλάδα ψήφισε νόμο, με τον οποίο ελέγχονται και για τυχόν γεωπολιτικούς κινδύνους οι επενδύσεις, οι οποίες έρχονται στην Ελλάδα και αφορούν κρίσιμες υποδομές, έτσι ώστε να μην καταστεί η Ελλάδα ένα πεδίο αντιπαράθεσης και κινδύνου.

Εάν ρωτήσετε έναν οποιονδήποτε επενδυτή, θα σας πει σήμερα ότι η Ελλάδα είναι ένας από τους πιο ασφαλείς επενδυτικούς προορισμούς της Δύσης. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι το αποτέλεσμα μιας σύνθετης ενέργειας, μιας μικτής πολιτικής, η οποία κατατείνει να μεγαλώσει τη συνέπεια της Ελλάδας στον κόσμο. Να διαμορφώσει συνθήκες σταθερής οικονομίας και να αυξήσει γεωμετρικά το διπλωματικό αποτύπωμα της χώρας στον κόσμο.

Η συνέπεια και η σταθερότητα αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο για να μπορέσει να καταστεί μια οικονομία πραγματικά βιώσιμη και ανθηρή. Ειπώθηκε ότι η επιχειρηματικότητα επηρεάζεται πρωτίστως από τη μικροοικονομία και όχι από τη μακροοικονομία. Με κάθε σεβασμό, θεωρώ ότι αυτό είναι μια κοντόφθαλμη στάση. Βεβαίως και επηρεάζεται η οποιαδήποτε επιχειρηματικότητα από τους μακροοικονομικούς δείκτες, διότι οι μακροοικονομικοί δείκτες είναι εκείνοι, οι οποίοι αναδεικνύουν την ανθεκτικότητα μιας οικονομίας. Και κανένας πραγματικός επενδυτής δεν θα επενδύσει εκεί όπου υπάρχει κυρίαρχο ρίσκο, εκεί όπου η ίδια η χώρα δεν έχει φροντίσει για να δημιουργήσει συνθήκες μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας.

Και σήμερα η Ελλάδα έχει καταφέρει να έχει τη μεγαλύτερη μείωση δημοσίου χρέους, να έχει τη μεγαλύτερη μείωση ανεργίας, να έχει μια ανάπτυξη, η οποία είναι πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, να δανείζεται, σήμερα που μιλάμε, με όρους ευνοϊκότερους σε σχέση με την Ιταλία και με τους ίδιους όρους, με τους οποίους δανείζεται η Γαλλία.

Αυτή είναι σήμερα η Ελλάδα, επτά χρόνια μετά από την έξοδο από την κρίση. Και βεβαίως υπάρχουν τα συστημικά και διαρθρωτικά προβλήματα. Υπάρχει το ζήτημα της ενεργειακής επάρκειας, υπάρχει το ζήτημα των πλημμελών υποδομών που ανατρέχει δεκαετίες, που έχει να κάνει πρωτίστως με τα δίκτυα. Αλλά καλό είναι να μην είμαστε μηδενιστές, να αντιλαμβανόμαστε ότι ο χρόνος που έχει διαδράμει από την οικονομική κρίση δεν είναι απλά ένας χρόνος, ο οποίος μας επανέφερε σε μια απλή κανονικότητα. Αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι κανονικότητα, είναι μια άνθιση της ελληνικής οικονομίας, με προβλήματα, με ελλείμματα.

Ακόμα υπάρχουν ζητήματα, προφανώς, σε ό,τι αφορά μείζονα διαρθρωτικά ζητήματα, αλλά κάπου να δούμε την πραγματική εικόνα, ότι η οικονομία της Ελλάδας σήμερα βρίσκεται σε ένα πραγματικά θετικό πρόσημο. Η εκλογή του Υπουργού Οικονομικών στο Eurogroup δεν είναι απλώς μια πράξη, μια ενέργεια-σύμβολο για την ελληνική οικονομία. Είναι στην πραγματικότητα η επιβεβαίωση μιας πολιτικής, η οποία φέρνει την Ελλάδα στις χώρες εκείνες, οι οποίες είναι ασφαλείς για τους επενδυτές. Είναι το σήμα, το οποίο εκπέμπει το πιο ισχυρό κλειστό κλαμπ οικονομιών, που είναι το Eurogroup, ότι η Ελλάδα είναι ασφαλής προορισμός και πάνω σ’ αυτή τη λογική χτίσαμε και όλο το κομμάτι, το οποίο αφορά το γεωπολιτικό αποτύπωμα της χώρας.

Η Ελλάδα σήμερα έχει το μεγαλύτερο διπλωματικό κεφάλαιο, το οποίο είχε τις τελευταίες δεκαετίες. Θα μου πείτε, εξαρτάται εν τέλει η άνθιση μιας οικονομίας από το διπλωματικό της κεφάλαιο; Κατηγορηματικά ναι. Η Ελλάδα, αυτή τη στιγμή, έχει τη δυνατότητα να συνομιλεί με εταίρους και συμμάχους υπό όρους όχι απλώς ισότητας, αλλά ενός στρατηγικού παίκτη, ο οποίος έχει μεγάλη δυνατότητα επιρροής στα διεθνή δρώμενα. Η Ελλάδα σήμερα είναι εκλεγμένο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, του πιο σκληρού κλαμπ, το οποίο ουσιαστικά παράγει τη διεθνή αρχιτεκτονική ασφαλείας, όταν μόλις προχθές η Γερμανία δεν κατάφερε να εκλεγεί. Η Ελλάδα εξελέγη για τη διετία 2025/26, για τον περσινό και τον τρέχοντα χρόνο, σχεδόν ομόφωνα.

Η Ελλάδα ήταν επισπεύδουσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση την τελευταία επταετία για όλα τα μεγάλα ζητήματα, τα οποία ανέκυψαν. Η Ελλάδα ήταν εκείνη, η οποία έθεσε το ζήτημα του Ταμείου Ανάκαμψης, του οποίου είδατε τα αποτελέσματα, και ήταν και είναι μεταξύ των πρώτων σε απορρόφηση. Ποιος θα περίμενε ότι η Ελλάδα θα ήταν πρώτη σε απορρόφηση στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας;

Όλοι θυμόμαστε και γνωρίζουμε πολύ καλά τι συνέβαινε με τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και την απορρόφηση τους. Περίμενε κανείς ότι η Ελλάδα θα βρισκόταν σε καθεστώς να έχει σχεδόν 100% απορρόφηση και στο δανειακό σκέλος και ουσιαστικά σε όλο το Ταμείο Ανάκαμψης; Η Ελλάδα ήταν εκείνη, η οποία έφερε την προοπτική της στρατηγικής αυτονομίας και των χρηματοδοτικών εργαλείων για την ευρωπαϊκή άμυνα, για το ψηφιακό πιστοποιητικό για τη διαχείριση της πανδημίας.

Όλες οι μεγάλες πρωτοβουλίες έχουν στην πραγματικότητα την υπογραφή της Ελλάδας και πάνω σε αυτή την ισχυρή θέση χτίσαμε τις συμμαχίες εκείνες, οι οποίες σήμερα μας καθιστούν πιο ισχυρούς από ποτέ. Η Ελλάδα έχει καταφέρει σήμερα να έχει στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, με όλες τις χώρες του Κόλπου, με την Ινδία, με τις χώρες της Βόρειας Αφρικής. Η Ελλάδα έχει σήμερα κλείσει όλα τα μεγάλα κεφάλαια και τις ανοικτές πληγές. Αύριο θα έχουμε συζήτηση στη Λιβύη με την κυβέρνηση της Λιβύης για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών. Ποιος θα το φανταζόταν ότι αυτή τη στιγμή δεν θα έχουμε κανένα ανοικτό μέτωπο.

Κλείνουμε τα μέτωπα και ανοίγουμε την Ελλάδα. Ποιος θα φανταζόταν αλήθεια ότι θα είχαμε το κεφάλαιο και την τόλμη να φέρνουμε στο τραπέζι επιχειρήματα, τα οποία δεν υπήρχαν ποτέ, χωρίς το φόβο του κόστους; Γιατί ο ισχυρός δεν φοβάται το κόστος. Ποιος θα θεωρούσε ποτέ, πριν από μερικά χρόνια, ότι η Ελλάδα θα ήταν εξαγωγέας ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή μας; Η Ελλάδα, σήμερα που μιλάμε, είναι ο πάροχος ασφαλείας, όχι μόνο στην Κύπρο. Το είδαμε και το ζήσαμε. Αλλά είναι, επίσης, εξαγωγέας ασφάλειας στα Βαλκάνια, ακόμα και στις χώρες του Κόλπου.

Η Ελλάδα σήμερα λογίζεται ως μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη, με μεγάλη σταθερότητα, με ισχυρό διπλωματικό αποτύπωμα, το οποίο μπορεί να ασκεί ουσιαστική επιρροή σε όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Και όταν αυτό ισχύει, καταλαβαίνουμε όλοι ότι ο επενδυτής είναι πολύ περισσότερο ευεπίφορος στο να έρθει χωρίς να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο, ο οποίος παράγεται. Για αυτό ο χρόνος που έχει κερδηθεί χάρη στη στρατηγική επιλογή να κλείσουμε ανοικτά κεφάλαια, χαίνουσες πληγές στην ελληνική εξωτερική πολιτική, ήταν πολύ σημαντικός. Κερδήθηκε χρόνος, ο οποίος μας οδήγησε σήμερα να έχουμε μια ανθηρή οικονομία, μια ανθεκτική άμυνα και μια ισχυρότατη εξωτερική πολιτική.

Γιατί όλα αυτά είναι απολύτως αναγκαία για να υπάρχει μια ισχυρή επενδυτική κοινότητα και να υπάρχει μια ακμάζουσα οικονομία. Όλα αυτά είναι αναγκαία. Η οικονομία δεν μπορεί από μόνη της να υπάρξει και να ευημερεί. Η οικονομία χρειάζεται να έχει την υποστήριξη μιας ουσιαστικής ανθεκτικότητας μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον, το οποίο καλεί για συμμαχίες και κοινές δράσεις.

Άρα, αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια κατάσταση, στην οποία μπορούμε να αισιοδοξούμε; Είμαστε σε ένα καθεστώς οικονομικής ασφάλειας, επενδυτικής αυτάρκειας; Αν με ρωτούσατε - ως σύμβουλό σας και όχι ως μέλος της εκτελεστικής λειτουργίας - να σας συμβουλεύσω αν θα πρέπει να επεκτείνετε τις επιχειρήσεις σας ή αν θα πρέπει να περιμένετε υπομονετικά, παίζοντας άμυνα, τι θα σας συμβούλευα; Θέλω να σας πω το εξής: Η Ελλάδα μέσα από τις πολλαπλές κρίσεις, όχι μόνο επιβίωσε, αλλά από κάθε κρίση έβγαινε και πιο δυνατή. Aπό την πανδημία βγήκε πιο δυνατή. Aπό την ενεργειακή κρίση βγήκε ενεργειακά διαφοροποιημένη. Από την κρίση και τους δύο πολέμους ανέπτυξε στρατηγικές συμμαχίες, οι οποίες δεν υπήρχαν ποτέ. Και αν θέλετε, εκείνο, το οποίο διακρίνει στην πραγματικότητα την πολιτεία, η οποία μεριμνά και έχει μια προοπτική αντίληψη στα πράγματα, είναι να μπορεί να εξαγάγει την ευκαιρία από την κρίση.

Και ναι, θέλω να σας πω - με όση βεβαιότητα μπορώ να το πω από τη θέση στην οποία βρίσκομαι - ότι η Ελλάδα, ανεξάρτητα από την γεωπολιτική ρευστότητα, η οποία εμφανίζεται στην περιοχή μας και στον κόσμο, θα συνεχίσει αυτό το μονοπάτι της σταθερότητας, το οποίο θα δημιουργήσει και συνθήκες πολύ μεγαλύτερης ανάπτυξης. Οι κίνδυνοι πάντοτε θα υπάρχουν. Όλοι αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει σήμερα στη Μέση Ανατολή. Όμως η Ελλάδα σε μερικά χρόνια θα είναι η πύλη της Ανατολής και του Νότου στην Ευρώπη. Θα είναι ο κύριος κόμβος για τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας - Μέσης Ανατολής - Ευρώπης. Θα έχει ηλεκτρική διασύνδεση πράσινης ενέργειας και ίσως στο μέλλον και υδρογόνου με την Αίγυπτο μέσω του αγωγού GREGY. Θα είναι εκείνη η χώρα, η οποία θα έχει τον Κάθετο Διάδρομο που θα εξασφαλίζει ενέργεια σε Ρουμανία, Μολδαβία και Ουκρανία. Θα είναι εκείνη, η οποία θα έχει τη δυνατότητα, μέσα από την διαρκώς αναπτυσσόμενη αυτοδύναμη άμυνά της, να μπορεί να είναι πάροχος ασφαλείας. Οι κίνδυνοι υπάρχουν, αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη. Υπάρχει μια σταθερή βούληση για να μπορέσουμε όλες αυτές τις κρίσεις να τις διαχειριστούμε και να τις στρέψουμε σε ευκαιρία.

Υπάρχει ένας κίνδυνος. Και δεν σας κρύβω ότι με αυτόν τον κίνδυνο διατηρώ τους εφιάλτες μου για το μέλλον. Είναι ο κίνδυνος του να υποκύψουμε στον οικονομικό λαϊκισμό, στα εύπεπτα λόγια ή ακόμη-ακόμη να υποκύψουμε και σε έναν πολιτικό μηδενισμό ή σε μια πλειοδοσία ενός κίβδηλου πατριωτισμού που θα μας οδηγήσει αναπόφευκτα σε μεγάλες συγκρούσεις και σε τεράστια δεινά. Οποτεδήποτε υπήρξε στην ελληνική ιστορία αυτού του τύπου η διχαστική προσέγγιση και ένας πατριωτισμός, ο οποίος ήταν μόνον για να χαϊδεύει αυτιά, η Ελλάδα οδηγήθηκε σε κρίσεις.

Η κυβέρνηση, η κάθε κυβέρνηση, όχι μόνο η παρούσα κυβέρνηση, οφείλει να διατηρεί τη σοβαρότητα, την ευθύνη και την ευθυκρισία της στα πράγματα και απ’ αυτό δεν πρόκειται να αποστεί. Θα συνεχίσουμε με την ίδια σοβαρότητα να παρέχουμε εγγυήσεις σε εσάς - στο πιο υγιές κομμάτι της οικονομίας και της επιχειρηματικότητας - και εγγυήσεις σε όλους τους πολίτες, ότι παρά τα μεγάλα προβλήματα τα οποία υπάρχουν, ιδιαιτέρως λόγω της ακρίβειας, της προϊούσας ακρίβειας, θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε για την ουσιαστική σύγκλιση, για τη διατήρηση και την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής. Και να πω και αυτό: είναι ευθύνη όχι μόνο της πολιτείας, αλλά είναι ευθύνη και του επιχειρηματικού κόσμου.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, όπως σωστά ειπώθηκε, ο σκοπός δεν είναι μόνο η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Ο σκοπός είναι η επιχειρηματικότητα να αναπτύσσεται ισόρροπα και να αποδίδει μέρισμα στην κοινωνία. Πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι βρισκόμαστε στην ίδια πλευρά της βάρκας και μια ισχυρή Ελλάδα σημαίνει ισχυρό μέρισμα για όλους, για τις επιχειρήσεις, για την κοινωνία, για τους ανθρώπους, για τους πολίτες.

Σας ευχαριστώ πολύ.

9 Ιουνίου, 2026