ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έκτο οικονομικό φόρουμ του «Οικονομικού Ταχυδρόμου». Μαζί μας ο Υπουργός Εξωτερικών, ο κύριος Γιώργος Γεραπετρίτης. Κύριε Γεραπετρίτη, καλωσορίσατε.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Καλώς σας βρήκα, ευχαριστώ για την τιμή, και κυρίως χαίρομαι να βρίσκομαι σε οικονομικά περιβάλλοντα διότι ξέρετε αυτά αναδεικνύουν και την αλληλεπίδραση όλων των τομέων μιας πολιτικής. Διότι η πραγματικότητα είναι ότι εξωτερική πολιτική χωρίς ισχυρή και ανθεκτική οικονομία δεν μπορεί να υπάρξει.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Να ξεκινήσουμε από τις τελευταίες εξελίξεις Δημήτρη. Εχθές είχαμε την κοινή δήλωση για το 3+1, Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες. Έχουμε πλήθος Αμερικανών Υπουργών στην Αθήνα αυτές τις μέρες. Τι σηματοδοτεί αυτό;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Θέλω κατ’ αρχάς να τονίσω το γεγονός ότι αυτό, το οποίο παρατηρούμε τις τελευταίες μέρες, είναι το επιστέγασμα μιας πολύ συστηματικής προσπάθειας, η οποία έχει γίνει επί πολλούς μήνες σε συνεργασία με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το οποίο είχε την καθηγεσία αυτού του πρότζεκτ, έτσι ώστε να μπορέσουμε να χτίσουμε μία δομημένη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και στη συνέχεια να μπορέσουμε να αναδείξουμε την Ελλάδα ως ενεργειακό κόμβο. Ξέρετε, δεν είναι ούτε απλό ούτε τυχαίο να βρίσκονται περί τους 60 υψηλόβαθμους αξιωματούχους των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα αυτή την περίοδο, ούτε να βρίσκονται στην Ελλάδα τέσσερις Υπουργοί. Αντιλαμβανόμαστε όλοι τη σημασία του να έχουμε στην Ελλάδα ένα τέτοιο γεγονός. Το 3+1 δεν είναι απλώς μια συμμαχία ενέργειας. Είναι μια πολύ υψηλή γεωπολιτική συμμαχία, η οποία αναδεικνύει μεν τον ρόλο της Ελλάδας, από την άλλη όμως πλευρά, δημιουργεί και συνθήκες έτσι ώστε να υπάρξει μία συνολική συμμαχική προσέγγιση. Το Ισραήλ και η Κύπρος, για διαφορετικούς λόγους, είναι πάρα πολύ καίριες χώρες για τη δική μας αναπτυξιακή γεωστρατηγική και για τον λόγο αυτό είναι εξαιρετικά σημαίνον το ότι συμβαίνει. Η συμμαχία 3+1 είναι εδώ για να μείνει, να ενδυναμωθεί, να ενισχυθεί και να αναβαθμιστεί.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Και τι ενεργειακά πρότζεκτ μπορεί να φέρει, πέρα από την Chevron και την Exxon Μobil που έχουμε αυτή τη στιγμή να δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Θα φέρει πολλά ακόμα. Η Ελλάδα καθίσταται ένας κόμβος ενεργειακής διαφοροποίησης. Εκείνο το οποίο προέκυψε, ιδίως μετά από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ήταν η ανάγκη οι χώρες να είναι απεξαρτημένες, να μην έχουν υπερεξαρτήσεις από συγκεκριμένες χώρες και να μην έχουν υπερεξαρτήσεις από συγκεκριμένο ενεργειακό μείγμα. Αυτό οδήγησε σε μία εντελώς διαφορετική στρατηγική και την Ελλάδα αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι ώστε να μπορούμε να έχουμε μία αυτοδύναμη ενεργειακή πολιτική. Αυτό σημαίνει μεγάλη επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Είναι πάρα πολύ σημαντικό το γεγονός ότι σήμερα περίπου το 55% του ενεργειακού μας μείγματος είναι ανανεώσιμες πηγές που αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι είναι το πιο ανθεκτικό κομμάτι του μείγματος, επειδή δεν εξαρτάται από άμεση παραγωγή, αλλά από την άλλη πλευρά ενδυναμώνουμε την παραγωγή του υγροποιημένου φυσικού αερίου, αλλά βεβαίως ενισχύουμε και την προοπτική η Ελλάδα να καταστεί πάροχος και εξαγωγέας και στο φυσικό αέριο. Αρκεί μόνο να δει κάποιος ότι το 2024 είχαμε μια τεράστια εξαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου. Ο Κάθετος Διάδρομος, στον οποίο αναφερόμαστε, δηλαδή η ενεργειακή σύνδεση της Ελλάδας με βάση την Αλεξανδρούπολη και τον σταθμό FSRU με τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, είναι πάρα πολύ κρίσιμος για την αυτοδυναμία της Ευρώπης, κυρίως όμως για τη στρατηγική θέση της Ελλάδας.
Εάν συνδυάσουμε όλα αυτά με την ενίσχυση και την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον αγωγό EastMed καταλαβαίνουμε ότι η Ελλάδα…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτό θα ήθελα να σας ρωτήσω, αν αυτό θα αναστηθεί ή το έχουμε ξεχάσει;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Ξέρετε, είναι τόσο ταχείες οι εξελίξεις στα γεωστρατηγικά φαινόμενα στην περιοχή μας και στον κόσμο, όπου πολλές φορές αναγκάζεσαι να προσαρμόζεις την πολιτική σου και εκείνο το οποίο σου φαινόταν ως αναγκαίο, πλέον καθίσταται παρωχημένο. Η πραγματικότητα είναι ότι στο πλαίσιο ακριβώς της ενεργειακής διαφοροποίησης, ο αγωγός EastMed είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Θέλω να θυμίσω ότι δεν είναι μόνο ο αγωγός αυτός. Έχουμε βεβαίως και την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Αιγύπτου, που είναι πάρα πολύ σημαντική και είναι πράσινη ενέργεια που μας συνδέει με την Αφρική. Η Αφρική, θέλω να τονίσω με ιδιαίτερη έμφαση, ότι αποτελεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του δικού μας στρατηγικού σχεδιασμού για πολλούς λόγους. Άρα, όλο αυτό το πολύπλευρο, το δυναμικό, το πολυδιάστατο ενεργειακό τοπίο, καθιστά την Ελλάδα αυτή τη στιγμή μοναδικό κόμβο στην ευρύτερη περιοχή με πολύ μεγάλη αναπτυξιακή δυναμική. Και βεβαίως καταλαβαίνει κάποιος ότι όσο περισσότερο έχουμε το άμεσο ενδιαφέρον πολύ ισχυρών ενεργειακών παικτών, όπως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο περισσότερο η ενεργειακή διπλωματία καθίσταται γεωστρατηγική.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Οι τεχνικές συνομιλίες με τη Λιβύη τι ρόλο θα παίξουν;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Με τη Λιβύη, όπως γνωρίζετε, είναι μια εξαιρετικά σύνθετη κατάσταση. Η ύπαρξη από το 2019 του τουρκολιβυκού μνημονίου και η διαρκής παρέμβαση της Τουρκίας στα πολιτικά δρώμενα της Λιβύης, και από την άλλη πλευρά το γεγονός ότι έχουμε ένα κράτος, το οποίο είναι διχασμένο ως προς τη διακυβέρνησή του, έχουμε δύο κυβερνήσεις, οι οποίες μοιράζονται την εξουσία. Το γεγονός ότι είχαμε, σχεδόν διαρρηγμένους, τους διαύλους με την κυβέρνηση στη δυτική Λιβύη, η οποία όμως ήταν και η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση στη Λιβύη, δημιουργούσε ένα εξαιρετικά δύσκολο τοπίο για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Νομίζω με συντονισμένη δράση έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου πλέον με την Λιβύη υπάρχει μια εξαιρετικά λειτουργική σχέση.
Θέλω να τονίσω το γεγονός ότι, πρώτον, η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα, η οποία διατηρεί άμεση διπλωματική σχέση στο υψηλότερο επίπεδο και με τις δύο κυβερνήσεις, τόσο με την κυβέρνηση Dbeibah στη δυτική Λιβύη, με τον Πρόεδρο Menfi, αλλά και με τη διοίκηση της ανατολικής Λιβύης, μετά τις δικές μου επισκέψεις τον περασμένο Ιούλιο.
Έχουμε καταφέρει να έχουμε μειώσει δραστικά τις μεταναστευτικές ροές από τη Λιβύη. Δεν είναι εύκολο το εγχείρημα, αρκεί κάποιος να δει τον χάρτη της υποσαχάριας Αφρικής, τις ένοπλες συρράξεις, οι οποίες μαίνονται αυτή τη στιγμή και τις τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμών, οι οποίες γίνονται εξαιτίας της κατάστασης αυτής. Και από την άλλη πλευρά, καταφέραμε να ξεκινήσουμε κάτι το οποίο ήταν αδρανές για 15 χρόνια, όπως σωστά είπατε. Δηλαδή, οι τεχνικές συζητήσεις για την οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης με τη Λιβύη. Δυστυχώς, οι συζητήσεις αυτές διεκόπησαν βίαια το 2010 με τις γνωστές επώδυνες συνέπειες, τις οποίες είχαμε. Αυτή τη στιγμή έχουν επανεκκινήσει. Η πρόθεσή μας είναι, στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, να μπορέσουμε να έχουμε μία συμφωνία, η οποία θα ανταποκρίνεται στο Δίκαιο της Θάλασσας και θα είναι επωφελής για τις δύο χώρες.
Θέλω ιδιαιτέρως να τονίσω το εξής, που έχει μία πραγματικά μεγάλη σημασία για το πώς ασκείται και η διπλωματία. Αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι το ανυπόστατο τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελεί ένα αγκάθι. Ένα αγκάθι και για τις σχέσεις της Ελλάδας με τη Λιβύη.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πώς καθόμαστε στο τραπέζι;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Εντούτοις, θέλω να τονίσω ότι, όταν η Λιβύη έκανε την προκήρυξη των δικών της οικοπέδων, σεβάστηκε την ελληνική μέση γραμμή. Σεβάστηκε δηλαδή τη μέση γραμμή κατά την αντίληψη του διεθνούς δικαίου και κατά την ελληνική αντίληψη. Άρα, στο πεδίο, η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική και αυτό μας επέτρεψε να έχουμε σήμερα τη Chevron, η οποία έχει εκδηλώσει το ενδιαφέρον και θα έρθει στα οικόπεδα νοτίως της Κρήτης, διαμορφώνοντας μία πραγματικότητα επί του πεδίου. Άρα, αυτή τη στιγμή θέλω να τονίσω ότι με τη συντονισμένη μας δράση υπάρχει μία λειτουργική σχέση με τη Λιβύη. Βεβαίως, είναι προφανές ότι το μεγάλο μας θέμα, που είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, παραμένει εκκρεμές. Διατηρούμε όμως μια βιώσιμη αισιοδοξία ότι όλες οι κινήσεις, οι οποίες γίνονται αυτή τη στιγμή στο πεδίο και οι οποίες τώρα καρποφορούν, νομίζω ότι θα αποτελέσουν κι ένα περαιτέρω έναυσμα για να προχωρήσουν οι τεχνικές αυτές συνομιλίες.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Επειδή ο Πρωθυπουργός μίλησε για μια πενταμερή διάσκεψη, το 5x5. Θεωρείτε ότι αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με τουρκολιβυκό μνημόνιο στο τραπέζι και με την Τουρκία να απαιτεί τα κατεχόμενα σταθερά;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Καταρχάς να ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι η Ελλάδα αυτή τη στιγμή - μπορώ να ακούω τις αντιρρήσεις, οι οποίες προέρχονται από διάφορες πλευρές αλλά ξέρετε, το καλό με την εξωτερική πολιτική είναι ότι πάντοτε στηρίζεται σε αντικειμενικά και απτά αποτελέσματα και τα αποτελέσματα, σήμερα τουλάχιστον, καλό είναι να τα αντιμετωπίζουμε με όση μεγαλύτερη αλήθεια μπορούμε - έχει συγκεντρώσει ένα πάρα πολύ μεγάλο διπλωματικό κεφάλαιο και αυτό ακριβώς το διπλωματικό κεφάλαιο, αυτή τη στιγμή μας καλεί να αναλάβουμε μεγάλες πρωτοβουλίες, γενναίες πρωτοβουλίες. Η πρωτοβουλία, την οποία διακήρυξε ο Πρωθυπουργός από το βήμα της Βουλής για τη σύγκληση μιας διαρκούς διάσκεψης για την Ανατολική Μεσόγειο με τις χώρες, με τις οποίες εμείς έχουμε θαλάσσια σύνορα, τις παράκτιες χώρες, είναι μία μεγάλη πρωτοβουλία, η οποία έχει ένα και μόνο σκοπό, να μπορέσει να δημιουργήσει συνθήκες διαλόγου με τις χώρες αυτές, έτσι ώστε να μπορέσουμε να συζητήσουμε τα θέματα, τα οποία είναι κοινού ενδιαφέροντος και ευκολότερα, όπως είναι για παράδειγμα η προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος ή η πολιτική προστασία, αλλά και θέματα, τα οποία έχουν πολύ υψηλότερο βαθμό δυσκολίας, όπως είναι οι οριοθετήσεις ή η συνδεσιμότητα.
Αντιλαμβανόμαστε ότι το εγχείρημα αυτό δεν είναι απλό, έχει σημαντικές δυσκολίες και λόγω της παρουσίας της Τουρκίας προφανώς, αλλά και λόγω της κατάστασης που επικρατεί στη Λιβύη και λόγω όσων έχουν παραχθεί, έστω και ανυπόστατα, και τα οποία εμείς δεν πρόκειται προφανώς να αναγνωρίσουμε, υπό καμία εκδοχή, σε αυτόν τον διάλογο. Αντιλαμβανόμαστε όμως ότι το να μπορούμε να συζητούμε, μόνο όφελος μπορεί να έχει. Και μπορεί να έχει μόνο όφελος γενικά για την περιοχή, η οποία είναι πολύ ευάλωτη σε μία δύσκολη γεωπολιτική συγκυρία. Μόνο ωφέλιμη όμως μπορεί να είναι και για την Ελλάδα. Γιατί αυτή τη στιγμή που έχει συγκεντρώσει αυτό το μεγάλο διπλωματικό κεφάλαιο, μπορεί να είναι ένας παίκτης, ο οποίος να έχει τα διαπραγματευτικά εκείνα χαρτιά για να μπορέσει να προσκομίσει τα μεγαλύτερα δυνατά ωφελήματα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η Ευρώπη συζητά για προετοιμασία πολέμου και πολλές πολιτικές δυνάμεις λένε ότι μπαίνουμε σε μία οικονομία πολέμου. Ενστερνίζεστε αυτή την άποψη και τι σημαίνει για την Ελλάδα; Διότι είναι και μία πιο σύνθετη περίοδος. Σωστά;
Είδαμε και την κα Kaja Kallas, είδαμε κάποιες γραμμές να χαράσσονται σε αυτό το θέμα που περιγράφει η κυρία Φωτάκη.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Όπως σωστά λέτε, υπάρχει αυτή τη στιγμή μια τάση διαμόρφωσης ενός πλαισίου πολεμικής οικονομίας. Πολεμική οικονομία στην πράξη σημαίνει ότι τρέπεται η παραγωγή από συγκεκριμένα αγαθά και υπηρεσίες περισσότερο σε πολεμικό εξοπλισμό, δηλαδή κυρίως αμυντικό εξοπλισμό, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται, τόσο σε σχέση με τις κρατικές δαπάνες όσο βεβαίως και με ορισμένες δευτερογενείς συνέπειες της πολεμικής οικονομίας, όπως η διελκυστίνδα, η οποία αναπτύσσεται μεταξύ των χωρών για τη συγκέντρωση αμυντικού εξοπλισμού, πιθανώς πληθωρισμό, απομείωση κοινωνικών δαπανών παγκοσμίως και τα λοιπά. Αυτή τη στιγμή, εκείνο το οποίο εγώ παρατηρώ είναι, πράγματι, μια ενίσχυση αυτής της πολεμικής αντίληψης της οικονομίας. Αυτό δεν είναι βεβαίως σημερινό φαινόμενο. Έχει ήδη αναπτυχθεί σταδιακά τα τελευταία τέσσερα χρόνια και δη μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και αναπτύσσεται ακριβώς επειδή φαίνεται ότι ο πόλεμος, ο οποίος μας χτύπησε, είναι, πρώτον, ανθεκτικός και, δεύτερον, αλλάζει και την αντίληψη περί της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Ξέρετε, στην Ευρώπη ζούσαμε με το βίωμα ότι μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την εδραίωση των Ευρωπαϊκών Οικονομικών Κοινοτήτων και μεταγενέστερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο πόλεμος ήταν κάτι που ήταν έξω από το τραπέζι. Η πραγματικότητα όμως μας διέψευσε όλους και μας διέψευσε με εξαιρετικά επώδυνο τρόπο.
Ο πόλεμος ήρθε στην γειτονιά της Ευρώπης. Αυτό αλλάζει τα δεδομένα. Σκεφτείτε καταρχάς ότι μια Ευρώπη, η οποία ξεκίνησε ως οικονομική, εξελίχθηκε ως πολιτική. Σήμερα, τρέπεται κυρίως σε γεωπολιτική και γεωπολιτική αντίληψη της Ευρώπης. Απαιτεί, πάνω και πέρα από όλα, την αυτοδύναμη άμυνά της. Η αυτοδύναμη άμυνα σημαίνει στην πραγματικότητα μια μεταφορά πόρων στον εξοπλισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών. Σημαίνει όμως και μια άλλη αντίληψη των πραγμάτων. Θέλω να σας πω ότι μια συνέπεια αυτής της πολεμικής οικονομίας, όπως την χαρακτηρίσατε, που βλέπω εγώ καθημερινά στις διπλωματικές μου επαφές, είναι για παράδειγμα ότι χρησιμοποιείται η αμυντική βιομηχανία και ως διπλωματικό όπλο. Βλέπουμε δηλαδή τις χώρες, οι οποίες έχουν ανεπτυγμένη αμυντική οικονομία να χρησιμοποιούν τα προϊόντα, τα οποία παράγονται…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μπορεί να ισχύσει και για μας, Υπουργέ, αυτό, και για τη χώρα μας;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Δυστυχώς, κύριε Μανιάτη, κυρίως λόγω της υπερδεκαετούς κρίσης, η Ελλάδα υποβαθμίστηκε πολύ σε ό,τι αφορά την αμυντική της βιομηχανία. Την τελευταία εξαετία γίνεται μια πολύ μεγάλη προσπάθεια ανάταξης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας με πολλούς τρόπους. Βεβαίως, και στο επίπεδο της έρευνας και της καινοτομίας, της παραγωγής και της συμπαραγωγής, κυρίως όμως της ανάπτυξης μιας συγκροτημένης ατζέντας για την προστασία της χώρας. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει ένα συνολικό σχεδιασμό για το 2030, για να καλύψει τις αμυντικές μας δαπάνες, αλλά από την άλλη πλευρά να αναπτύξει και το αποτύπωμα το αμυντικό μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι συμφωνίες, οι οποίες πλέον γίνονται για την προμήθεια αμυντικού εξοπλισμού, περιλαμβάνουν και τη συμπαραγωγή ενός μέρους στην Ελλάδα. Δυστυχώς, όμως, σήμερα η πραγματικότητα είναι ότι ακόμη υπολειπόμαστε αρκετά, παρά την δυναμική, την οποία έχουμε. Αντιθέτως, άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Τουρκία, έχει μια αναπτυγμένη, σχετικώς ώριμη, αμυντική βιομηχανία, την οποία χρησιμοποιεί και εξαγωγικά και χρησιμοποιεί και στην διπλωματία της. Αρκεί να δείτε βεβαίως την απήχηση, την οποία μπορεί να έχει μέσω του οχήματος της αμυντικής βιομηχανίας σε χώρες, οι οποίες είναι αναπτυσσόμενες.
Δυστυχώς είναι κάτι το οποίο προφανώς επιδρά σε εμάς λόγω της υπολειπόμενη αμυντικής μας βιομηχανίας. Έχουμε μπει όμως σε μία πραγματική ουσιαστική τροχιά ανάπτυξης. Αναφερθήκατε και στις συναντήσεις μου με την Ύπατη Εκπρόσωπο για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας, την κυρία Kallas.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θέσατε ζήτημα Τουρκίας;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Έχουμε μία βασική συναντίληψη στα πράγματα. Θέλω να σας θυμίσω ότι ήταν η Ελλάδα δια του Πρωθυπουργού, η οποία έθεσε - με άλλους ηγέτες - την ανάγκη να ενισχυθεί η αυτοδύναμη αμυντική βιομηχανία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι το οποίο σήμερα όλοι το συνομολογούν και νομίζω ότι ωριμάζει σταδιακώς και η συζήτηση για την έκδοση κοινού δανεισμού σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, όπως αντιστοίχως είχε συμβεί στην μετά- Covid εποχή με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Εκείνο, το οποίο θέτω πάντοτε στο επίπεδο του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων είναι ότι η Ελλάδα έχει μια πάρα πολύ σταθερή θέση στα πράγματα. Είμαστε υπέρ της ευρωπαϊκής άμυνας. Αλλά η ευρωπαϊκή άμυνα δεν μπορεί να σημαίνει επ’ ουδενί ότι παραβλάπτονται τα συμφέροντα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ότι η επιδιωκόμενη αυτοδυναμία σημαίνει ότι θα διακινδυνεύσουμε να θέσουμε εντός της ευρωπαϊκής άμυνας απειλές κατά της ίδιας της άμυνας μας. Αυτό είναι κάτι πάρα πολύ σαφές.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αν μου επιτρέπετε, όμως, η Τουρκία δείχνει να γίνεται μέρος αυτής της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής άμυνας. Είχαμε τη συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο, έχουμε τις συμφωνίες με την Ιταλία. Είχαμε την επίσκεψη του Γερμανού. Όλοι τονίζουν στον υπερθετικό βαθμό πλέον τη σημασία της Τουρκίας. Αυτό εμείς πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Κατ’ αρχάς, μερικές βασικές παραδοχές για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Εμείς δεν προσδιορίζουμε την εξωτερική μας πολιτική με βάση το τι πράττει οποιαδήποτε χώρα, ούτε καν η Τουρκία. Και σας το λέω αυτό εντίμως. Πολλές φορές με ρωτούν: “Λέτε, δεν ετεροκαθορίζεστε. Μα όταν βλέπετε ότι η Τουρκία αποκτά ένα σημαντικό ρόλο, δεν πρέπει να επανακαθορίσετε;”. Θα σας το πω ευθέως, όπως το πιστεύω. Βεβαίως παρακολουθούμε όλες τις γεωπολιτικές εξελίξεις ανά τον κόσμο. Από την άλλη πλευρά, έχουμε φτάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο στρατηγικής - θα τη χαρακτήριζα - γεωπολιτικής αυτοδυναμίας, ώστε το αποτύπωμά μας να υπερβαίνει την περιφέρεια και να μην χρειάζεται να στρεφόμαστε σε άλλους. Επιπλέον, θέλω να τονίσω το εξής. Εμείς δεν μπορούμε βεβαίως να καθορίσουμε το τι θα πράξουν σε σχέση με τις προμήθειες και τις πωλήσεις άλλες χώρες, ακόμη και αν αυτές είναι σύμμαχες χώρες. Και τούτο διότι υπάρχει μία συγκεκριμένη πολιτική προμηθειών, την οποία έχει το Ηνωμένο Βασίλειο ή άλλες χώρες, την οποία και ακολουθούν. Όμως, εκείνο το οποίο απαιτούμε από όλους τους συμμάχους είναι να λαμβάνουν υπόψη τις ευαισθησίες των συμμάχων τους, διότι συμμαχία, πάνω απ’ όλα, σημαίνει ότι σεβόμαστε την κυριαρχία του συμμάχου μας και δεν τον απειλούμε. Είναι κάτι, το οποίο αποτελεί κατ’ ελάχιστον την απαίτηση της Ελλάδας.
Εκεί όπου πραγματικά έχουμε λόγο και το θέτουμε σε κάθε επίπεδο, είναι στη γεωστρατηγική άμυνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί εκεί, στην άμυνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εμείς είμαστε παίκτες, οι οποίοι συγκαθορίζουμε την άμυνα αυτή και δεν την συγκαθορίζουμε μόνον επειδή είμαστε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την συγκαθορίζουμε γιατί εκτός από την Ευρωπαϊκή Ένωση, βρισκόμαστε στην καρδιά, αυτή τη στιγμή, όλων των μεγάλων διεθνών οργανισμών, πέρα από το ΝΑΤΟ και στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Και να σας πω και κάτι το οποίο νομίζω έχει την αξία του και, μολονότι το επαναλαμβάνουμε συχνά, νομίζω ότι πρέπει να γίνει κτήμα μας. Την τελευταία εξαετία κερδίσαμε πολύ χρόνο, ο οποίος είχε χαθεί κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Τον κερδίσαμε πρώτα απ’ όλα διότι φέραμε μια πολιτική, η οποία έκλεισε τις μεγάλες εστίες έντασης. Με ρωτούν: “Μα έχει πραγματική ωφέλεια; Έχει ωφέλεια το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή έχουμε μια σχετικά λειτουργική σχέση με την Τουρκία ή με τη Λιβύη;” Βεβαίως και έχει.
Διότι κατά την εξαετία που βρισκόμαστε σε καθεστώς σχετικής ηρεμίας με την Τουρκία, με την Λιβύη ή άλλες χώρες, εμείς ενδυναμώσαμε πολύ την άμυνά μας. Αποκτήσαμε πραγματικό πλεονέκτημα, όχι έναντι άλλων χωρών, αλλά πλεονέκτημα πολύ μεγάλης κλίμακας σε σχέση με το τι συνέβαινε στην άμυνά μας τη δεκαετία του 2000, και σήμερα έχουμε αναπτύξει συμμαχίες. Την τελευταία εξαετία, και ιδίως την τελευταία διετία που ηγούμαι εγώ του Υπουργείου Εξωτερικών, έχουμε καταφέρει, κλείνοντας τις εντάσεις, να αυξάνουμε ταυτοχρόνως το αποτύπωμά μας.
Άρα, ας σκεφθούμε λιγάκι όταν λέμε, παραδείγματος χάριν, ότι η Τουρκία αποκτά από το 2031-32 τα Eurofighters, ότι η Τουρκία το 2019 βρισκόταν εντός του προγράμματος των F-35 ως συμπαραγωγός χώρα των F-35, εντός του προγράμματος αναβάθμισης των F-16, και σήμερα είμαστε εμείς εκείνοι οι οποίοι σε τρία χρόνια αποκτούμε ήδη F-35, το οποίο είναι όπλο πέμπτης γενιάς και όχι τέταρτης γενιάς όπως είναι τα Eurofighters. Βεβαίως, έχουμε και τις προμήθειές μας που ενισχύονται ήδη διαρκώς. Έχουμε τα Rafale, τα οποία έχουν ήδη αποκτηθεί, αποκτούμε τις φρεγάτες. Άρα, προσέξτε, ο χρόνος ο διπλωματικός έχει μεγάλη υπεραξία, όχι μόνο διότι διασφαλίζει συνθήκες ειρήνης και ευημερίας, αλλά επειδή μας δίνει τον χρόνο να ανασυγκροτηθούμε.
Σήμερα έχουμε μια οικονομία η οποία είναι απολύτως ανθεκτική, έχουμε μία άμυνα η οποία καθίσταται ολοένα ισχυρότερη και όλα αυτά, με τη στιβαρή μας εξωτερική πολιτική, καθιστούν τη χώρα έναν παίκτη ο οποίος ξεπερνάει τα όρια της περιφέρειάς του.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έχετε αναφέρει πολλές φορές ότι στα ζητήματα της Γάζας, της Ουκρανίας, κ.α., η χώρα μας μπορεί να είναι παρούσα στην επόμενη μέρα. Η Γάζα είναι το πιο πρακτικό και το πιο άμεσο. Η Ουκρανία είναι λίγο πιο μακριά. Πώς ακριβώς το σκέφτεστε εσείς συνολικά ως στρατηγική και ποια είναι η δική σας προσωπική σκέψη ως προς αυτό;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Θα σας πω την άποψή μου, όπως την έχει εκφράσει και ο Πρωθυπουργός. Η παρουσία της Ελλάδας στην Γάζα είναι αναγκαία. Είναι αναγκαία για το κομμάτι που έχει να κάνει με την ανθρωπιστική βοήθεια και για την ανασυγκρότηση της Γάζας την επόμενη μέρα. Ως προς την ανθρωπιστική βοήθεια, θέλω να τονίσω γιατί πολλές φορές το παραβλέπουμε, ίσως επειδή δεν προβάλλουμε το έργο το οποίο γίνεται, γιατί δεν είναι σκοπός μας να το προβάλλουμε. Σκοπός μας είναι να κάνουμε το σωστό και όχι να δείχνουμε ότι κάνουμε το σωστό. Η Ελλάδα είναι πρωτοπόρος στην ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα και το εννοώ απολύτως. Σε όλες τις μεγάλες δράσεις, η Ελλάδα ήταν η πρώτη, η οποία συνέβαλε. Και το λέω με πολύ μεγάλη υπερηφάνεια για το τι έχει προσφέρει η πατρίδα μου στην πολύπαθη περιοχή της Γάζας. Από την άλλη πλευρά, αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις, οι οποίες γίνονται σε ό,τι αφορά την ασφάλεια της περιοχής, δηλαδή με το Σώμα το οποίο θα αναλάβει την ασφάλεια της περιοχής. Η Ελλάδα είναι, θέλω να θυμίσω, η χώρα εκείνη, η οποία έχει άριστη στρατηγική σχέση και με το Ισραήλ και με όλον τον αραβικό κόσμο.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έχει επικριθεί και για τη στήριξή της στο Ισραήλ κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Θέλω να σας πω ότι πολλές φορές ακούω μια επίπλαστη, επιφανειακή, ρηχή κριτική σε ό, τι αφορά τη στάση μας στη Μέση Ανατολή. Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Βεβαίως εμείς έχουμε την στρατηγική σχέση με το Ισραήλ. Αν θέλετε να κάνουμε μια συζήτηση, ειδικά για το τι σημαίνει η στρατηγική αυτή σχέση, όχι μόνο για το διμερές μας επίπεδο, αλλά και για το πολυμερές επίπεδο και για τα σχήματα στα οποία συμμετέχουμε. Όμως η στρατηγική αυτή σχέση, όχι μόνο δεν μας έχει εμποδίσει να έχουμε άριστη σχέση με όλο τον αραβικό κόσμο, αλλά, αντιθέτως, σήμερα που μιλάμε έχουμε αναπτύξει τις σχέσεις μας με τα αραβικά κράτη, όπως δεν τις είχαμε ποτέ. Σκεφτείτε ποια είναι σήμερα η σχέση την οποία έχουμε με τη Σαουδική Αραβία, με την οποία έχουμε και μία συνεργασία σε αμυντικό επίπεδο. Σκεφτείτε ποια είναι η σχέση μας με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με το Λίβανο, με την Ιορδανία, την αδελφική σχέση, την οποία έχουμε με την Αίγυπτο. Άρα αυτή τη στιγμή η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες χώρες, οι οποίες μπορούν να θεωρούνται έντιμοι συνομιλητές και του Ισραήλ και συνολικά του αραβικού κόσμου, και ιδίως της Παλαιστινιακής Αρχής.
Λίγες ώρες μετά την υπογραφή της συνθήκης εκεχειρίας του Sharm El Sheikh, η πρώτη επίσκεψη την οποία έκανε η Παλαιστίνια Υπουργός Εξωτερικών ήταν στην Αθήνα, λίγες μόνο ώρες μετά την υπογραφή της συνθήκης ειρήνευσης. Και τα πρώτα της λόγια ήταν να ευχαριστήσει την Ελλάδα για τη στάση της στο Παλαιστινιακό. Άρα, αυτή τη στιγμή η Ελλάδα έχει λόγο, οφείλει να έχει λόγο. Είναι κάτι το οποίο, το επιβάλλει η ιστορία της, οι στρατηγικές μας σχέσεις και τα ενδιαφέροντά μας στην περιοχή, και θα το πράξουμε.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εγώ να σας πάω λίγο στο θέμα της ανοικοδόμησης. Γιατί αναφέρθηκε ο Δημήτρης στην Ουκρανία, στη Γάζα έχουμε και τη Λιβύη που είχαμε κάποιες οικονομικές συμφωνίες. Αυτό προχωράει; Υπάρχει ενδιαφέρον από ελληνικές επιχειρήσεις; Και το λέω διότι υπάρχει και η οικονομική διπλωματία και η αμυντική διπλωματία μέσω των εξοπλισμών.
Γ. ΓΕΡΑΠΑΤΡΙΤΗΣ: Υπάρχουν οι πολύμορφες διπλωματίες. Εμείς πάντοτε θέτουμε μπροστά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία έχει η χώρα μας. Τα συγκριτικά αυτά πλεονεκτήματα έχουν να κάνουν με το διεθνές κύρος της χώρας. Αυτή τη στιγμή στην ευρύτερη περιοχή δεν υπάρχει καμία χώρα, η οποία να είναι ταυτοχρόνως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΝΑΤΟ και του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Και θέτουμε βεβαίως μπροστά και το κύρος, το οποίο έχει και τον σεβασμό, τον οποίο φέρει η χώρα από την συνέπεια, την οποία έχει επιδείξει σε σχέση με βασικές αρχές πάνω στις οποίες δομείται η διεθνής αρχιτεκτονική ασφαλείας. Ήδη, με τις δύο πλευρές της Λιβύης έχουμε συμφωνίες και έχουν ξεκινήσει εκπαιδεύσεις, οι οποίες είναι εκπαιδεύσεις λιμενικών, εκπαιδεύσεις μηχανικών, έτσι ώστε να μπορέσουμε να έχουμε και μία πιο αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων, που σημαίνει στην πραγματικότητα και έλεγχο των μεταναστευτικών ροών. Σε σχέση με την οικονομική διπλωματία, ήδη έχει συγκροτηθεί μία επιχειρηματική αποστολή, η οποία εντός Νοεμβρίου θα ταξιδέψει στη Βεγγάζη για να διερευνήσει τις δυνατότητες που υπάρχουν για επενδυτικές ευκαιρίες. Το ίδιο θα συμβεί και με την Τρίπολη. Ήδη, όπως είχαμε υποσχεθεί, υπάρχουν απευθείας πτήσεις Αθήνας-Βεγγάζης και Αθήνας-Τρίπολης. Έχει αναπτυχθεί μια πολύπλευρη διπλωματία, η οποία γίνεται αντιληπτή και από την ανταλλαγή επισκέψεων, η οποία γίνεται σε όλα τα επίπεδα. Βλέπετε ότι, και από την ανατολική και από τη δυτική Λιβύη, έχουμε μία σωρεία επισκέψεων τους τελευταίους μήνες, που ακριβώς επιβεβαιώνει το επίπεδο αυτό. Και επιβεβαιώνει ότι η δουλειά που γίνεται έχει να κάνει και με τα γεωπολιτικά, όπως είναι κατ’ εξοχήν τα ζητήματα οριοθετήσεων, θέσης της Λιβύης στις σχέση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, όρια σε ό, τι αφορά τις μεταναστευτικές ροές. Αλλά και την οικονομική διπλωματία, η οποία έχει να κάνει με τις επενδύσεις. Η Λιβύη αυτή τη στιγμή έχει μεγάλη ανάγκη επενδύσεων, εκσυγχρονισμού αλλά και ισχυρών θεσμών. Και, βεβαίως, πάντοτε πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι η οριστική λύση στο θέμα της Λιβύης θα έρθει μόνο μέσω της πολιτικής λύσης, η οποία πολιτική λύση σημαίνει ένα ενιαίο κράτος της Λιβύης, το οποίο θα είναι απαλλαγμένο από οποιαδήποτε εξωτερική επιρροή.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κλείνοντας Δημήτρη, να πάμε και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, των fake news και πώς επηρεάζει αυτό τη διπλωματία; Από τις επιθέσεις, τις κυβερνοεπιθέσεις, μέχρι την υπερτόνιση κάποιων πραγμάτων που ενδεχομένως να είναι θετικά και να παρουσιάζονται ως αρνητικά και να έχουμε και χαρακτηρισμούς. Πώς μπορείτε να το αντιμετωπίσετε αυτό και να υπάρχει μία ψύχραιμη διπλωματική πολιτική;
Γ. ΓΕΡΑΠΑΤΡΙΤΗΣ: Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μία τεράστια εξέλιξη της επιστήμης, η οποία όμως, δυστυχώς, αυτή τη στιγμή τρέχει με ρυθμούς ανέλεγκτους. Το ρυθμιστικό περιβάλλον της τεχνητής νοημοσύνης είναι εξαιρετικά περιορισμένο. Και τούτο διότι είναι τέτοια η ταχύτητα με την οποία τρέχει αυτή τη στιγμή η έρευνα και η καινοτομία στο επίπεδο της τεχνητής νοημοσύνης, που η ρύθμιση δεν την προλαβαίνει. Έχουμε δει δηλαδή πολλές φορές, και στο παρελθόν, να προσπαθούμε να ρυθμίσουμε μία κατάσταση, η οποία έχει τέτοιο δυναμικό χαρακτήρα, έτσι ώστε να καθιστά αναχρονιστική την κάθε ρύθμιση, η οποία έρχεται. Άρα, αυτή τη στιγμή, εκείνο το οποίο κοιτούμε, τόσο σε επίπεδο εθνικό αλλά και σε επίπεδο ευρωπαϊκό και διεθνές, και με τους συμμάχους μας και με τις Ηνωμένες Πολιτείες – το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης είναι αντικείμενο και των δικών μου συζητήσεων με την αμερικανική πλευρά – είναι πως θα μπορέσουμε να διοχετεύσουμε το τεράστιο ρεύμα της τεχνητής νοημοσύνης σε νόμιμα και ωφέλιμα κανάλια για την κοινωνία. Έτσι ώστε να μην έχουμε αρνητικές παρενέργειες στην κοινωνική συνοχή, όπως παραδείγματος χάριν, στην ψυχική υγεία των ανηλίκων, και από την άλλη πλευρά να μπορέσουμε να θωρακίσουμε τη δημοκρατία.
Δεν σας κρύβω ότι τρέμω με την ιδέα μιας ανάπτυξης της επιστήμης, η οποία θα υπονομεύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς. Είναι κάτι το οποίο δύσκολα ελέγχεται. Και δυστυχώς το είδαμε σε αρκετές εκλογικές αναμετρήσεις να έρχεται με μια τεράστια φόρα. Πρώτον, σε επίπεδο παραπληροφόρησης. Πλέον, δυστυχώς, η ροή της πληροφορίας κινείται με αστραπιαίους ρυθμούς και πολλαπλασιάζεται μέσω της τεχνητής νοημοσύνης. Πλέον κανένας δεν ανατρέχει στην πρωτογενή πηγή για να ελέγξει την ποιότητα της πληροφορίας. Όλοι ενημερωνόμαστε από δευτερογενείς, τριτογενείς και άλλες πηγές, χωρίς να ξέρουμε την αλήθεια της είδησης. Δεύτερον, σε επίπεδο κυβερνοεπιθέσεων σε βασικές δομές. Αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι κρίσιμες υποδομές, εφόσον δεχθούν επιθέσεις, καθιστούν πολύ ευάλωτα τα κράτη. Αρκεί να σας πω, παραδείγματος χάριν, τα παραδείγματα των επιθέσεων που έχουν γίνει με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, δηλαδή με drones, σε κρίσιμες υποδομές, ακόμη και σε αεροδρόμια στην καρδιά της Ευρώπης, όπως επίσης και σε δολιοφθορές οι οποίες έχουν γίνει σε υποθαλάσσια καλώδια μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και δεδομένων. Αυτές είναι κρίσιμες υποδομές, όχι μόνο για τα κράτη. Είναι κρίσιμες υποδομές για τη δημοκρατία, διότι μεταφέρουν την αλήθεια και μεταφέρουν κρίσιμα αγαθά για τους πολίτες, όπως είναι η ενέργεια και οι τηλεπικοινωνίες.
Άρα, η απάντησή μου μονολεκτικά είναι ναι, ανησυχώ πολύ για την για την υποβάθμιση της ποιότητας της δημοκρατίας με το ρεύμα που θα φέρει η τεχνητή νοημοσύνη. Θα πρέπει να εργαστούμε όλοι πάρα πολύ συστηματικά, έτσι ώστε να αποτρέψουμε τέτοιου τύπου φαινόμενα, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη την πραγματικότητα, η οποία είναι ότι ένα τέτοιο κύμα δεν μπορεί να σταματήσει παρά μόνο να ελεγχθούν οι παράπλευρες αρνητικές τους συνέπειες.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ήθελα κάτι τελευταίο, να είμαι ειλικρινής. Η ιστορία με τον Fidan ανοίγει νέες δυνατότητες, διευρύνει το πεδίο ενός διαλόγου σε μια άλλη βάση; Είναι κάτι που ρωτάει και ο κόσμος, ξέρετε, μετά τις δηλώσεις Fidan, κύριε Υπουργέ.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Μιλάτε για τις δηλώσεις σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες και τα χωρικά ύδατα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Βέβαια, αυτό που συζητάει ο κόσμος και ρωτάει. Αν τελικά αυτά τα “ήρεμα νερά” αποδώσανε και κάτι παραπάνω.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Καταρχάς, όπως σας εξήγησα, τα “ήρεμα νερά” απέδωσαν χρόνο ωφέλιμο για την πατρίδα μας. Απέδωσαν μηδενισμό μεταναστευτικών ροών, σχεδόν. Απέδωσαν ελαχιστοποίηση παραβιάσεων. Απέδωσαν τουρισμό, ο οποίος έχει στηρίξει τις τοπικές οικονομίες στα νησιά μας. Απέδωσαν και την αποφυγή εντάσεων.
Η αλήθεια είναι, για να είμαι εντελώς δίκαιος, ότι θα πρέπει να σκεφτόμαστε πάντοτε ότι η οριστική επίλυση των διαφορών με την Τουρκία δεν μπορεί να έρθει, ει μη μόνον εάν αντιμετωπίσουμε τα υποκείμενα αίτια που παράγουν τις κρίσεις. Και το βασικό υποκείμενο αίτιο είναι το γεγονός ότι δεν έχουμε οριοθετήσει υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Αυτή είναι μια πραγματικότητα, την οποία δεν μπορούμε να αρνηθούμε. Όσο και να εργαζόμαστε πολύ εντατικά, πολύ σκληρά, να αναπτύσσουμε αυτή τη διαβουλευτικότητά μας με την Τουρκία, εάν δεν δούμε την πραγματικότητα σε ό,τι αφορά την ανάγκη οριοθέτησης, πάντοτε θα προκαλούνται εντάσεις που την τελευταία στιγμή θα αποφεύγεται να καταστούν κρίσεις.
Σε ό,τι αφορά τις δηλώσεις του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών, η πραγματικότητα είναι ότι θέτουν ένα ουσιαστικό ζήτημα. Θέλω να θυμίσω πρώτον, το αυτονόητο, ότι ειδικά το ζήτημα των χωρικών υδάτων είναι κάτι το οποίο αποτελεί μονομερές δικαίωμα της χώρας μας, άρα δεν τίθεται προς συζήτηση. Από την άλλη πλευρά, αντιλαμβανόμαστε το γεγονός ότι ακούμε ίσως για πρώτη φορά από την πλευρά της Τουρκίας ότι είναι ένα δικαίωμα, το οποίο μπορεί να ασκηθεί. Διότι μέχρι σήμερα αντιλαμβανόμασταν πως η ρητορική είναι ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά της. Όπερ ανεδαφικό, διότι η Ελλάδα πάντοτε διακήρυσσε, και το έκανε και με επίσημο τρόπο, κάθε φορά που υπέγραφε μία διεθνή συνθήκη, ότι διατηρεί το μονομερές δικαίωμα να επεκτείνει έως τα 12 μίλια ανά πάσα στιγμή. Είναι μία αλλαγή στάσης.
Το έχω πει πολλές φορές, θα ήθελα να δω την Ελλάδα να αντιμετωπίζει τα ζητήματα οριοθέτησης με όλους τους γείτονες. Και η πρόταση του Πρωθυπουργού για τη Διάσκεψη της Ανατολικής Μεσογείου έχει αυτή τη λογική. Θα ήθελα όμως και κάτι άλλο, και σας το λέω έντιμα και ειλικρινά. Θα ήθελα η συζήτηση αυτή για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ να γίνει όταν η Ελλάδα είναι ισχυρή, όταν δηλαδή έχει διπλωματικό κεφάλαιο από τις διεθνείς της σχέσεις και όταν έχει επιχειρήματα, τα οποία έχει χτίσει. Θυμίζω την τελευταία διετία: Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, Θαλάσσια Πάρκα, Νότια Κρήτη, Chevron, Exxon Mobil. Θυμίζω όλα αυτά, τα οποία μας έχουν δώσει πολύ ισχυρά ερείσματα.
Kαι πάντοτε είναι καλύτερο να συζητάς τα δύσκολα θέματα, όταν είσαι σε θέση ισχύος.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εγώ θα ευχηθώ να βρει κάποια κυβέρνηση το θάρρος να τα συζητήσει. Ευχαριστούμε πάρα πολύ, κύριε Υπουργέ.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Ήταν μεγάλη μου χαρά και τιμή. Σας ευχαριστώ.
7 Νοεμβρίου, 2025