Α. SUZUKI: Καλησπέρα σας και σας ευχαριστώ θερμά που είστε σήμερα μαζί μας. Ονομάζομαι Aya Suzuki και είμαι Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου των Ηνωμένων Εθνών. Με ιδιαίτερη χαρά σας καλωσορίζω στη σημερινή εκδήλωση της σειράς συζητήσεων του Πανεπιστημίου των Ηνωμένων Εθνών. Σήμερα έχουμε την ιδιαίτερη τιμή να υποδεχόμαστε την Α.Ε. τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας, κ. Γιώργο Γεραπετρίτη.
Ο κ. Γεραπετρίτης διετέλεσε Υπουργός Επικρατείας από το 2019 έως το 2023 και από τη θέση αυτή υπήρξε βασικός σύμβουλος του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, σε θέματα θεσμικών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων. Έχει μια διακεκριμένη νομική σταδιοδρομία, έχοντας χειριστεί σημαντικές υποθέσεις Δημοσίου Δικαίου ενώπιον ευρωπαϊκών δικαστηρίων και παραμένει μέχρι σήμερα Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Στη σημερινή μας συζήτηση θα εξετάσουμε τη διαμορφούμενη νέα πολυπολική διεθνή τάξη πραγμάτων, τον σημερινό ρόλο της Ελλάδας ως μη μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και το μέλλον της διεθνούς συνεργασίας σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Κύριε Γεραπετρίτη, σας καλωσορίζουμε στο Πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Εθνών.
Υπενθυμίζω, εν συντομία, τη μορφή της σημερινής εκδήλωσης. Θα ξεκινήσουμε με μια συζήτηση επί σκηνής διάρκειας περίπου τριάντα λεπτών και στη συνέχεια θα δώσουμε τον λόγο στο κοινό για ερωτήσεις. Κύριε Υπουργέ, σας ευχαριστούμε θερμά που είστε σήμερα μαζί μας. Η αποψινή συζήτηση έχει τίτλο «Η νέα πολυπολική διεθνής τάξη πραγμάτων». Πώς θα ορίζατε αυτή τη διαμορφούμενη νέα τάξη πραγμάτων και τι σημαίνει στην πράξη για μια χώρα όπως η Ελλάδα;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Καταρχάς, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά για την πρόσκληση. Αποτελεί μεγάλη τιμή για εμένα να βρίσκομαι σήμερα σε αυτό το διακεκριμένο Πανεπιστήμιο, το οποίο συνδέεται με τα Ηνωμένα Έθνη. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακαδημαϊκό ίδρυμα υψηλού κύρους, αλλά για έναν θεσμό άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διεθνή πολυμέρεια. Αποτελεί μεγάλη τιμή για εμένα και, πραγματικά, δεν θα μπορούσα να φανταστώ καταλληλότερο χώρο για να εκθέσω τις απόψεις μου σχετικά με τη διεθνή πολυμέρεια και τη νέα μορφή του πολυπολικού κόσμου, με την οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι σήμερα. Σας ευχαριστώ θερμά. Είναι πραγματικά χαρά μου που βρίσκομαι σήμερα μαζί σας.
Καταρχάς, θα ήθελα να πω ότι ζούμε σε μια ιδιαίτερα απαιτητική εποχή. Ορισμένες φορές το λέμε αυτό κάπως επιπόλαια, η αλήθεια, όμως, είναι ότι συνήθως αντιλαμβανόμαστε τη δυσκολία μιας εποχής αφότου αυτή έχει πλέον παρέλθει. Σήμερα, όμως, πιστεύω ότι ζούμε ακριβώς σε μια τέτοια περίοδο, μια περίοδο έντονων αναταράξεων, και έχουμε συνείδηση της σημασίας της ιστορικής συγκυρίας που βιώνουμε: μιας συνολικής μεταβολής της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφαλείας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μεταπολεμικά. Πιστεύω, λοιπόν, ότι ζούμε πράγματι μια ιστορική στιγμή.
Η σύγχρονη πολυπολικότητα είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού τριών διαφορετικών παραγόντων. Ο πρώτος είναι ότι βιώνουμε τεκτονικές γεωπολιτικές μεταβολές. Ο δεύτερος είναι ότι ζούμε σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων και εθνών. Και ο τρίτος είναι ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα μορφή βιομηχανικής επανάστασης.
Θα ξεκινήσω από τη βιομηχανική επανάσταση. Όλοι βλέπουμε πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μεταβάλλει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, με όλες τις προκλήσεις που συνεπάγεται, όχι μόνο στον τομέα της τεχνοηθικής, αλλά και ως προς την αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων και μηχανών. Και αυτό θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά τα θεμέλια της δημοκρατίας.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η μεταβολή των προτύπων επικοινωνίας, η άνοδος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία κυριαρχούν πλέον, όχι μόνο στην επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και στη ροή πληροφοριών που αφορούν ιδέες, ιδεολογίες και ειδήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό συνεπάγεται ταχύτερη επικοινωνία, η οποία, όμως, σε πολλές περιπτώσεις συνοδεύεται από έλλειψη αξιοπιστίας των πληροφοριών. Διότι όλοι θυσιάζουν την ακρίβεια της πληροφορίας προς όφελος της ταχύτητας. Και το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι η μεταβολή της γεωπολιτικής αντίληψης, οι τεκτονικές αλλαγές που παρατηρούμε σήμερα. Θα ξεκινούσα από το γεγονός ότι βλέπουμε τη διεθνή πολυμέρεια να υποχωρεί ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια. Και αυτό, πιστεύω, μεταβάλλει ριζικά το γεωπολιτικό τοπίο σε παγκόσμιο επίπεδο.
Πιστεύω ότι αυτό που συνέβη στην περίπτωση της Ρωσίας και της Ουκρανίας, η επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, δυστυχώς δεν έχει αντιμετωπιστεί από τους διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και όλων των υπόλοιπων διεθνών οργανισμών. Και συλλογιζόμενος με μια διάθεση αυτοκριτικής, το ίδιο ισχύει προφανώς και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και τους λοιπούς διεθνείς οργανισμούς, στους οποίους συμμετέχει η Ελλάδα.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό οφείλεται πρωτίστως στις ίδιες τις δομές των διεθνών αυτών οργανισμών. Γνωρίζουμε όλοι ότι τα Ηνωμένα Έθνη διαμορφώθηκαν κατά τη δεκαετία του 1950 με στόχο τη δημιουργία ενός λειτουργικού και αποτελεσματικού συστήματος διεθνών δομών, στο οποίο οι νικήτριες δυνάμεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα είχαν τον κύριο λόγο, ενώ παράλληλα και ο υπόλοιπος κόσμος θα εκπροσωπείτο αναλογικά. Πιστεύω ότι αυτή η δομή, για να είμαι ειλικρινής, έχει πλέον καταστεί ανεπαρκής. Δεν έχουμε καταφέρει, στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, να λάβουμε ούτε μία απόφαση καταδίκης της Ρωσίας για την παράνομη εισβολή στην Ουκρανία, παρά τις τεράστιες συνέπειές της σε παγκόσμιο επίπεδο, απλώς και μόνο εξαιτίας του δικαιώματος αρνησικυρίας της Ρωσίας, δηλαδή, στην ουσία, εξαιτίας του δικαιώματος αρνησικυρίας των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα μπορούσε εύλογα να αμφισβητήσει κανείς τόσο τη νομιμοποίηση όσο και τη λογοδοσία των Ηνωμένων Εθνών σε σχέση με όλες αυτές τις μείζονες κρίσεις.
Οι δομές των Ηνωμένων Εθνών καθίστανται, συνεπώς, με ταχείς ρυθμούς, παρωχημένες και σε κάθε περίπτωση αδυνατούν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες προκλήσεις. Η πρωτοβουλία UN80 είναι ασφαλώς ιδιαίτερα σημαντική, δεν πρόκειται όμως για ένα εύκολο εγχείρημα, καθώς η μεταρρύθμιση των Ηνωμένων Εθνών προσκρούει σε ισχυρή αδράνεια. Δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Ταυτόχρονα, η αδυναμία των διεθνών οργανισμών να ανταποκριθούν στις σύγχρονες προκλήσεις έχει οδηγήσει στην ανάδειξη μεσαίων και ισχυρών κρατών σε ολόκληρο τον κόσμο, προκειμένου να καλύψουν το κενό που αφήνουν οι διεθνείς οργανισμοί. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι ότι οι καλές υπηρεσίες που ιστορικά παρείχαν οι διεθνείς οργανισμοί, και πρωτίστως τα Ηνωμένα Έθνη, αντικαθίστανται πλέον από πρωτοβουλίες ισχυρότερων κρατών. Και όλοι βλέπουμε τα αποτελέσματα.
Εφόσον οι διεθνείς οργανισμοί υψηλού κύρους δεν είναι σε θέση να δώσουν ουσιαστικές λύσεις στις σύγχρονες κρίσεις, είναι προφανές ότι το κενό αυτό θα καλυφθεί τελικά από ισχυρά κράτη. Και αυτό έχει τεράστιες επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν αναφέρομαι μόνο στους μεγάλους πολέμους και τις ένοπλες συγκρούσεις. Το βλέπουμε στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή και στο Ιράν, όπου η αδυναμία των διεθνών οργανισμών να συμβάλλουν σε μια ουσιαστική ειρηνευτική διαδικασία οδήγησε στην παρέμβαση ισχυρών δυνάμεων και, ιδίως, των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αν όμως στρέψει κανείς το βλέμμα του, για παράδειγμα, στην Αφρική, πιστεύω ότι θα μείνει πραγματικά έκπληκτος. Σε ολόκληρη την Αφρική, και ιδιαίτερα στην Υποσαχάρια Αφρική και στη ζώνη του Σαχέλ, όπου μαίνονται πολυάριθμες ένοπλες συγκρούσεις και ανθρωπιστικές κρίσεις, παρατηρείται μια πρωτοφανής κούρσα εξοπλισμών μεταξύ μεσαίων κρατών που ασκούν ισχυρή εξωτερική επιρροή. Ο γεωπολιτικός αυτός ανταγωνισμός έχει οδηγήσει σαφώς σε κλιμάκωση των κρίσεων. Και όσο εντείνεται η εξωτερική επιρροή, τόσο δυσκολότερη καθίσταται η εξεύρεση λύσης στις κρίσεις.
Συνοψίζοντας, πιστεύω ότι σήμερα παρατηρούμε μια σημαντική υποχώρηση των διεθνών οργανισμών, κυρίως λόγω των διαρθρωτικών τους αδυναμιών, την ανάδειξη ισχυρών και μεσαίων κρατών, καθώς και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, όχι μόνο στις αντίστοιχες περιοχές τους αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εξωεδαφική άσκηση επιρροής λαμβάνει πλέον πρωτοφανείς διαστάσεις και, κατά την άποψή μου, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα.
Το ερώτημα, λοιπόν, πώς θα πρέπει να αντιδράσει μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπως πολύ σωστά θέσατε, είναι το πλέον κρίσιμο ερώτημα. Δεν έχω βρει ακόμη την απάντηση. Και, προφανώς, δεν είναι εύκολο να βρεθεί.
Μπορώ όμως να σας πω ποιες είναι οι επιλογές. Οι επιλογές είναι δύο. Και προσπαθώ να τις παρουσιάσω με τρόπο συγκεκριμένο και όχι να σας δώσω μια αφηρημένη και αόριστη απάντηση. Η πρώτη επιλογή είναι να ακολουθήσει κανείς μια εξωτερική πολιτική βασισμένη σε κανόνες και αρχές, η οποία θα στηρίζεται στην αταλάντευτη προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούμε την πραγματικότητα επί του πεδίου ή τις πραγματικές διαστάσεις της γεωπολιτικής. Προφανώς δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τη γεωπολιτική πραγματικότητα. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι πρέπει να εφαρμόζει κανείς μια στρατηγική βασισμένη σε κανόνες. Και στο πλαίσιο αυτό, να επιδιώκει μια συνεκτική και συνεπή εξωτερική πολιτική, αποφεύγοντας κάθε μορφή εφαρμογής δύο μέτρων και δύο σταθμών στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.
Ο δεύτερος τρόπος, με τον οποίο μπορεί να γίνει αντιληπτή η εξωτερική πολιτική, είναι να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην πραγματικότητα παρά στους κανόνες και τις αρχές. Αυτό θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε μια πιο πραγματιστική αντίληψη της εξωτερικής πολιτικής, η οποία ενδεχομένως να αποφέρει περισσότερα οφέλη για τη χώρα. Στο τέλος, όμως, θα οδηγούσε και σε μια πολύ περισσότερο συναλλακτική εξωτερική πολιτική, διότι, αν κανείς επιδιώκει αποκλειστικά τη μεγιστοποίηση του εθνικού οφέλους, είναι αναπόφευκτο η προσέγγισή του να αποκτά περισσότερο συναλλακτικό χαρακτήρα.
Κατά τη γνώμη μου, συναλλακτική εξωτερική πολιτική είναι η εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών. Και η εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών αποτελεί σήμερα μια σοβαρή παθογένεια στη γεωπολιτική και τη διπλωματία. Θεωρώ ότι αυτός είναι και ένας από τους λόγους, για τους οποίους ορισμένοι διεθνείς οργανισμοί χάνουν σταδιακά την αξιοπιστία τους απέναντι στους πολίτες, επειδή εφαρμόζουν διαφορετικά κριτήρια σε σχεδόν όμοιες περιπτώσεις. Η «τέχνη» της εφαρμογής δύο μέτρων και δύο σταθμών θα μπορούσε να θεωρηθεί η πεμπτουσία της πολιτικής. Κατά τη γνώμη μου, όμως, συνιστά έναν εξαιρετικά σοβαρό κίνδυνο για τη διεθνή κοινότητα.
Εάν, λοιπόν, με ρωτούσατε ποια από τις δύο αυτές επιλογές θα επέλεγα για την ελληνική εξωτερική πολιτική, η απάντησή μου θα ήταν σαφώς η πρώτη: μια διεθνής προσέγγιση βασισμένη σε κανόνες και αρχές. Όχι μόνο επειδή θεωρώ ότι πρόκειται για ζήτημα αρχής - αν και ασφαλώς είναι και αυτό - αλλά κυρίως επειδή πιστεύω ότι, για τη μεγάλη πλειονότητα των μικρών και μεσαίων κρατών, μια τέτοια εξωτερική πολιτική υπηρετεί καλύτερα το εθνικό τους συμφέρον. Και θεωρώ ότι το βασικό δίδαγμα που προκύπτει από τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων πέντε ετών είναι η ανάγκη ανάπτυξης διαπεριφερειακών συμμαχιών, ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτά τα φαινόμενα άσκησης συναλλακτικής πολιτικής ισχύος.
Κατανοώ όσους ακολουθούν μια συναλλακτική πολιτική, διότι, όταν διαθέτει κανείς ισχύ, είναι προφανές ότι επιδιώκει να την αξιοποιήσει στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Για εμένα, όμως, η αντίληψη ότι «η ισχύς παράγει δίκαιο» αποτελεί συνταγή καταστροφής για τη διεθνή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Και πιστεύω ότι οφείλουμε να στείλουμε ένα σαφές μήνυμα προς αυτή την κατεύθυνση. Βλέπω να αναδύονται νέες δυνάμεις από λιγότερο ισχυρές περιοχές και κράτη· βλέπω τον Παγκόσμιο Νότο να αναδύεται με ταχείς ρυθμούς, και η Ιαπωνία έχει να διαδραματίσει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό.
Πιστεύω ότι η Ελλάδα - και ελπίζω ότι το καταστήσαμε εφικτό κατά τη διάρκεια της θητείας μας στο Συμβούλιο Ασφαλείας - έχει διατυπώσει με συνέπεια μια ξεκάθαρη θέση υπέρ μιας διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφάλειας βασισμένης σε κανόνες. Επιδίωξή μας είναι να γεφυρώσουμε τα χάσματα μεταξύ Νότου και Βορρά, Ανατολής και Δύσης. Η γεωγραφική μας θέση μας επιβάλλει αυτόν τον ρόλο, καθώς βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων. Και ναι, αισθάνομαι ιδιαίτερα υπερήφανος, διότι η χώρα μου υπήρξε διαχρονικά συνεπής στην υποστήριξη του Διεθνούς Δικαίου.
Και, για να ολοκληρώσω αυτή την πρώτη τοποθέτησή μου, το Διεθνές Δίκαιο είτε αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο κανόνων και αρχών είτε δεν υφίσταται. Δεν μπορεί να υπάρχει οποιουδήποτε είδους επιλεκτική εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, διότι διαπιστώνω - και το λέω με ιδιαίτερη ανησυχία και φόβο - ότι υπάρχουν ισχυρά κράτη, αλλά και πρόσωπα, που ουσιαστικά υποστηρίζουν μια τέτοια επιλεκτική εφαρμογή. Πιστεύω ότι αυτό θα σήμαινε το τέλος του Διεθνούς Δικαίου ως νομικού κλάδου και, ταυτόχρονα, θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την αξιοπιστία του Διεθνούς Δικαίου στο σύνολό του.
Α. SUZUKI: Σας ευχαριστώ θερμά για την ιδιαίτερα περιεκτική απάντησή σας στην πρώτη ερώτηση, η οποία στην πραγματικότητα κάλυψε πολλά από τα ερωτήματα που είχα προετοιμάσει. Ωστόσο, καταστήσατε απολύτως σαφές ότι υπάρχουν δύο επιλογές. Η μία είναι μια εξωτερική πολιτική βασισμένη σε κανόνες, ενώ η άλλη επικεντρώνεται περισσότερο στην πραγματικότητα που διαμορφώνεται επί του πεδίου. Εσείς, όμως, θα επιλέγατε την πρώτη. Και προσωπικά, συμφωνώ πράγματι με όσα είπατε.
Καθώς προετοιμαζόμουν για τη σημερινή συζήτηση, διάβασα για τον ρόλο της Ελλάδας στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών και διαπίστωσα ότι γίνεται συχνά αναφορά στη συνέπεια, με την οποία η χώρα σας δίνει έμφαση στη νομική θεμελίωση των θέσεών της, αντί στην επιδίωξη συναλλακτικού οφέλους. Νομίζω ότι αυτό έχει συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των άλλων χωρών προς την Ελλάδα. Ωστόσο, υπό την ιδιότητά σας ως καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, τι πιστεύετε ότι απαιτείται για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στο Διεθνές Δίκαιο; Γιατί θεωρώ ότι πρόκειται για έναν ιδανικό στόχο, αλλά ταυτόχρονα και για κάτι εξαιρετικά δύσκολο, όταν εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά και όταν κάποιοι επιδιώκουν ίδια οφέλη. Με ποιόν τρόπο, κατά τη γνώμη σας, θα μπορούσε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη;
Γ.ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Ξέρετε, μερικές φορές είναι δύσκολο να μιλά κανείς ως πολιτικός. Είναι πολύ προτιμότερο να μιλά ως ακαδημαϊκός, διότι τότε έχει την ελευθερία να εκφράζεται ελεύθερα. Αντίθετα, όταν μιλά εξ ονόματος μιας χώρας ή - ακόμη περισσότερο - εξ ονόματος ενός διεθνούς οργανισμού, οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός. Έχω πολύ ισχυρή άποψη για όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο και, ομολογώ, δεν με ικανοποιεί η κατάσταση που επικρατεί, διότι πιστεύω ότι χάνουμε την αξιοπιστία μας. Και αυτή τη στιγμή μιλώ και ως εκπρόσωπος ενός κράτους μέλους που συμμετέχει στη διαδικασία λήψης αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών. Πιστεύω ότι χάνουμε την αξιοπιστία μας, όπως ανέφερα προηγουμένως, επειδή μιλάμε διαφορετικές γλώσσες. Και δεν αναφέρομαι στη γλωσσική ποικιλομορφία ή πολυμορφία. Αναφέρομαι στο γεγονός ότι μιλούμε με διαφορετικό τρόπο. Και αυτό αποτελεί ένα βαθύ πλήγμα για την αξιοπιστία μας.
Θυμάμαι ότι κάποτε άκουσα κάτι το οποίο ήταν ασφαλώς πολύ ρεαλιστικό, αλλά ταυτόχρονα και ιδιαίτερα δυσάρεστο. Άκουσα έναν αξιωματούχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λέει ότι η πολιτική είναι η τέχνη των δύο μέτρων και δύο σταθμών. Ίσως αυτό να ανταποκρίνεται πράγματι στην πραγματικότητα και να αποτελεί δίδαγμα. Είναι, όμως, πραγματικά τρομακτικό να αντιλαμβάνεται κανείς την πολιτική με αυτόν τον τρόπο, διότι τότε οδηγούμαστε σε μια κατάσταση όπου επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Ως καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, έλεγα πάντοτε στους φοιτητές μου ότι τα σημαντικότερα στοιχεία κάθε μορφής διακυβέρνησης είναι, πρώτον, η νομιμοποίηση και, δεύτερον, η λογοδοσία. Αυτές είναι οι δύο όψεις κάθε συστήματος χρηστής διακυβέρνησης. Και αποτελούν, ταυτόχρονα, το βασικό κριτήριο επιτυχίας κάθε μορφής διακυβέρνησης, είτε σε εθνικό είτε σε διεθνές επίπεδο.
Σήμερα αντιμετωπίζουμε προβλήματα και ως προς τα δύο αυτά στοιχεία. Η λογοδοσία είναι κάτι που σχεδόν απουσιάζει. Αυτό που συμβαίνει ορισμένες φορές είναι ότι επιδιώκουμε εκ των υστέρων λογοδοσία. Προβαίνουμε σε μια ενέργεια και στη συνέχεια επιδιώκουμε τη λογοδοσία, όταν πλέον έχει διαμορφωθεί ένα τετελεσμένο γεγονός, κάτι που συνιστά το ακριβώς αντίθετο της λογοδοσίας. Η λογοδοσία προϋποθέτει προηγούμενη ανάληψη δεσμεύσεων και, στη συνέχεια, εκ των υστέρων λογοδοσία βάσει των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί. Ωστόσο, σήμερα η κατάσταση είναι συγκεχυμένη.
Όσον αφορά τη νομιμοποίηση, θεωρώ ότι το πρόβλημα είναι πως η έννοια της νομιμοποίησης χρησιμοποιείται κυρίως από όσους επιδιώκουν να πράξουν κάτι που υπερβαίνει το γράμμα ή το πνεύμα του Διεθνούς Δικαίου. Η τυπική νομιμοποίηση είναι ασφαλώς ένα θετικό στοιχείο. Είναι αναγκαία, δεν είναι όμως επαρκής. Εξάλλου, υπό το έρεισμα της τυπικής νομιμοποίησης έχουν διαπραχθεί τα σοβαρότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Εκείνο που πρέπει να αντιληφθούμε είναι ότι η νομιμοποίηση δεν αποτελεί μόνο ζήτημα τυπικής διαδικασίας. Είναι μια διαρκής διαδικασία και αφορά την ουσία. Υπάρχει μια μορφή εσωτερικής νομιμοποίησης, η οποία απορρέει από την πηγή της εξουσίας. Προφανώς, κάθε κυβέρνηση που έχει προκύψει από νόμιμες δημοκρατικές εκλογές διαθέτει νομιμοποιημένη εξουσία. Αρκεί όμως αυτό; Η δική μου απάντηση είναι όχι. Διότι η νομιμοποίηση δεν είναι κάτι που αποκτάται άπαξ. Πρέπει να είναι διαρκής και συνεχής.
Για ποιον λόγο κυβερνά κανείς; Γι' αυτό ακριβώς αναφέρομαι και σε μια εξωτερική νομιμοποίηση, η οποία θα πρέπει να αποτελεί το βασικό κριτήριο κάθε ουσιαστικής διακυβέρνησης. Και αυτό συνδέεται με τον τρόπο, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη νομιμοποιημένη εξουσία. Η νομιμοποιημένη εξουσία είναι κάτι περισσότερο από την απλή εξουσία. Είναι η νομιμοποιημένη εξουσία. Πρέπει, λοιπόν, να αντιληφθούμε ότι η νομιμοποίηση δεν εξαρτάται μόνο από την πηγή της εξουσίας, αλλά και από τον τρόπο, με τον οποίο αυτή ασκείται.
Στην ακαδημαϊκή συζήτηση, τόσο στο Συνταγματικό Δίκαιο, όσο και γενικότερα σε συζητήσεις περί διεθνών σχέσεων, παρατηρείται η τάση να αναγνωρίζονται στοιχεία ωφελιμισμού στην άσκηση της εξουσίας. Κάτι θεωρείται νομιμοποιημένο, εφόσον το αποτέλεσμά του είναι επωφελές για το κοινωνικό σύνολο. Δεν ισχύει όμως πάντοτε αυτό. Κάτι που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ωφέλιμο, που φαίνεται να εξυπηρετεί τα συμφέροντα ενός κράτους ή ακόμη και της διεθνούς κοινότητας, ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες, εάν δεν πρόκειται για νομιμοποιημένη εξουσία. Γιατί; Επειδή δημιουργεί προηγούμενο. Και πρέπει σήμερα να συνειδητοποιήσουμε, μέσα σε όλες τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε, ότι αυτή είναι μια περίοδος, κατά την οποία διαμορφώνονται προηγούμενα. Ό,τι συμβαίνει σήμερα αποτελεί ένα προηγούμενο για το αύριο. Και αυτό είναι πραγματικά τρομακτικό. Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τη σύγχρονη διεθνή πολιτική με τη δέουσα σοβαρότητα.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα όσα συμβαίνουν σήμερα στο Στενό του Ορμούζ. Όλοι μιλούν για την ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, της θαλάσσιας ασφάλειας και ούτω καθεξής. Αυτό γίνεται κατανοητό από όλους. Άλλωστε, προβλέπεται ρητά στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Είναι κάτι που όλοι μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε. Γι' αυτό και υποστηρίζουμε, τόσο στο Συμβούλιο Ασφαλείας όσο και, ευρύτερα, σε όλα τα διεθνή fora, ότι πρέπει να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη διέλευση μέσω των θαλάσσιων οδών. Διαφορετικά, οι συνέπειες θα είναι σοβαρές, όχι μόνο για τη μεταφορά πετρελαίου, αλλά και για την επισιτιστική ασφάλεια στις χώρες του τρίτου κόσμου. Πρέπει, όμως, να αντιληφθούμε τι θα σήμαινε η θέσπιση μέτρων που θα δημιουργούσαν εμπόδια στην απρόσκοπτη διέλευση μέσω των θαλάσσιων οδών. Αυτό θα σήμαινε το τέλος όσων σήμερα θεωρούμε ανθρωπιστικά αγαθά. Το γεγονός και μόνο ότι το Διεθνές Δίκαιο απαγορεύει, κατ' ουσίαν, την επιβολή οποιουδήποτε τέλους ή διοδίων για τη διέλευση μέσω των θαλάσσιων οδών οφείλεται ακριβώς στο ότι κάτι τέτοιο θεωρείται πως θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για ολόκληρο τον κόσμο.
Επομένως, ό,τι συμβαίνει σήμερα μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για το αύριο. Και δεν αφορά μόνο το Ιράν ή το Στενό του Ορμούζ. Αφορά μια εντελώς διαφορετική αντίληψη για το μέλλον. Εσείς σπουδάζετε εδώ το Διεθνές Δίκαιο, και εγώ ασχολήθηκα με το Διεθνές Δίκαιο κατά την ακαδημαϊκή μου πορεία. Υπάρχει, βεβαίως, το συμβατικό Διεθνές Δίκαιο, δηλαδή αυτό που αποτυπώνεται στις διεθνείς συμβάσεις, και πρωτίστως, στη δική μας περίπτωση, στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Υπάρχει, όμως, και κάτι πέραν του συμβατικού Διεθνούς Δικαίου. Πρόκειται για το εθιμικό Διεθνές Δίκαιο. Το γεγονός ότι το Διεθνές Δίκαιο δεσμεύει όχι μόνο τα συμβαλλόμενα, αλλά και τα μη συμβαλλόμενα κράτη αποτελεί, κατά πάσα πιθανότητα, το σημαντικότερο επίτευγμα του Διεθνούς Δικαίου διαχρονικά, με την πάροδο του χρόνου. Γιατί; Διότι με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να μιλάμε για ορισμένες οικουμενικές αρχές. Εάν σήμερα διαχωρίσουμε το συμβατικό από το εθιμικό Διεθνές Δίκαιο, το οποίο δεσμεύει όλα τα κράτη, θα δημιουργηθεί ένα τεράστιο πρόβλημα στο μέλλον. Γι' αυτό και επαναλαμβάνω διαρκώς ότι «δεν επιτρέπεται σήμερα καμία υποχώρηση ως προς το Διεθνές Δίκαιο». Οφείλουμε να συγκροτήσουμε μια ισχυρή συμμαχία για τη διαφύλαξη του Διεθνούς Δικαίου, γιατί αυτό αποτελεί την άμυνα των κρατών.
A. SUZUKI: Σας ευχαριστώ θερμά για τη σαφή σας τοποθέτηση σχετικά με όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο. Καλύψατε πολλά από τα ερωτήματα που είχα προετοιμάσει. Σας ευχαριστώ θερμά.
15 Ιουλίου, 2026